«Στη γιαγιά τρώει γλυκό πριν από το φαγητό.»
«Ο παππούς το αφήνει να κοιμηθεί αργότερα.»
«Εμείς λέμε όχι και εκείνοι λένε “άσ’ το, παιδί είναι”.»
«Κάθε φορά που γυρίζει από τους παππούδες, πρέπει να ξαναβάλουμε τα πράγματα σε τάξη.»
Πολλοί γονείς κάποια στιγμή θα αναρωτηθούν: «Μήπως οι παππούδες μάς χαλάνε το παιδί;»
Η σύντομη απάντηση είναι: όχι τόσο εύκολα όσο φοβόμαστε.
Οι παππούδες μπορεί πράγματι να επιτρέπουν περισσότερα, να προσφέρουν ένα επιπλέον γλυκό, να κάνουν περισσότερα χατίρια ή να είναι λιγότερο αυστηροί με το πρόγραμμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν να ακυρώσουν τη διαπαιδαγώγηση των γονέων.
Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ νωρίς κάτι που οι ενήλικες συχνά υποτιμούμε: διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικά περιβάλλοντα μπορεί να έχουν διαφορετικούς κανόνες.
Ξέρουν ότι «στο σπίτι μας γίνεται έτσι», «στη γιαγιά γίνεται αλλιώς» και «στο σχολείο υπάρχουν άλλοι κανόνες». Και, στις περισσότερες περιπτώσεις, μπορούν να προσαρμόζονται σε αυτές τις διαφορές πολύ καλύτερα απ’ όσο φανταζόμαστε.
Οι παππούδες δεν χρειάζεται να είναι δεύτεροι γονείς
Η σχέση του παιδιού με τους παππούδες είναι διαφορετική από τη σχέση του με τους γονείς – και ίσως αυτό είναι ένα από τα όμορφα στοιχεία της.
Οι γονείς έχουν την κύρια ευθύνη της ανατροφής: βάζουν τα καθημερινά όρια, παίρνουν τις δύσκολες αποφάσεις, οργανώνουν το πρόγραμμα και καλούνται να είναι σταθεροί ακόμη και όταν το παιδί δυσανασχετεί.
Οι παππούδες μπορούν να έχουν έναν διαφορετικό ρόλο. Μπορούν να είναι εκείνοι που έχουν λίγο περισσότερο χρόνο, που θα πουν μια παλιά οικογενειακή ιστορία, που θα μαγειρέψουν μαζί με το παιδί, που θα παίξουν χωρίς βιασύνη ή που θα κάνουν –ναι– και μερικά παραπάνω χατίρια.
Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.
Μια ζεστή σχέση με τους παππούδες μπορεί να προσφέρει στο παιδί ασφάλεια, αίσθηση συνέχειας και οικογενειακής ταυτότητας, έναν ακόμη σταθερό συναισθηματικό δεσμό και την εμπειρία ότι υπάρχουν περισσότεροι άνθρωπο ι στους οποίους μπορεί να στηριχθεί.
Για πολλά παιδιά, οι αναμνήσεις με τους παππούδες αποτελούν ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι της παιδικής τους ηλικίας.
Πρέπει λοιπόν να αφήνουμε τα πάντα;
Όχι.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «Η γιαγιά το αφήνει να φάει δύο μπισκότα παραπάνω» και στο «Όταν η μαμά λέει όχι, έλα σε μένα και εγώ θα σου πω ναι».
Το πρώτο είναι μια διαφορετική καθημερινή πρακτική. Το δεύτερο αρχίζει να υπονομεύει τη γονεϊκή θέση.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι τόσο ότι οι παππούδες έχουν διαφορετικούς κανόνες. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν το παιδί μπαίνει στη μέση μιας σύγκρουσης ανάμεσα στους ενήλικες.
Φράσεις όπως:
«Η μαμά σου είναι υπερβολική.»
«Μην το πεις στον μπαμπά.»
«Εδώ κάνουμε ό,τι θέλουμε, άσ’ τους γονείς σου να λένε.»
δεν αφορούν πλέον ένα γλυκό ή μία ώρα ύπνου. Μεταφέρουν στο παιδί το μήνυμα ότι οι ενήλικες που το φροντίζουν βρίσκονται σε διαφορετικά «στρατόπεδα».
Και εκεί χρειάζεται σαφές όριο.
Ποια πράγματα αξίζει να αφήσουμε όπως είναι;
Δεν χρειάζεται κάθε διαφορά να διορθωθεί.
Αν στη γιαγιά:
τρώει λίγο περισσότερη σοκολάτα,
βλέπει μισή ώρα περισσότερη τηλεόραση,
κοιμάται λίγο αργότερα,
η γιαγιά το ταΐζει ενώ στο σπίτι τρώει μόνο του,
ο παππούς του αγοράζει μερικές φορές ένα μικρό δωράκι,
ίσως δεν χρειάζεται να ξεκινήσει οικογενειακή διαπραγμάτευση.
Μπορούμε απλώς να πούμε: «Στη γιαγιά έχετε αυτόν τον κανόνα. Στο σπίτι μας έχουμε διαφορετικό.»
Το παιδί μπορεί να αντέξει αυτή τη διαφορά.
Μάλιστα, μαθαίνει κάτι σημαντικό: ότι ο κόσμος δεν λειτουργεί παντού με τον ίδιο τρόπο και ότι μπορούμε να προσαρμοζόμαστε χωρίς να χάνουμε τα όριά μας.
Ποια πράγματα δεν είναι διαπραγματεύσιμα;
Υπάρχουν, αντίθετα, θέματα στα οποία οι γονείς δικαιολογημένα χρειάζεται να είναι ξεκάθαροι.
Όσα αφορούν την ασφάλεια και την υγεία του παιδιού, σημαντικές ιατρικές οδηγίες, αλλεργίες, μεταφορά με αυτοκίνητο, σωματική τιμωρία ή άλλες βασικές γονεϊκές αποφάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «ο καθένας κάνει ό,τι θέλει».
Το ίδιο ισχύει όταν κάποιος παππούς ή γιαγιά συστηματικά ακυρώνει τα όρια των γονέων ή ζητά από το παιδί να κρατήσει μυστικά από αυτούς.
Εκεί η συζήτηση πρέπει να γίνει καθαρά ανάμεσα στους ενήλικες και όχι μπροστά στο παιδί.
«Εμείς έτσι μεγαλώσαμε τα παιδιά μας»
Οι διαφωνίες ανάμεσα στις γενιές είναι σχεδόν αναπόφευκτες.
Οι σημερινοί γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους έχοντας πρόσβαση σε διαφορετικές πληροφορίες για την ανάπτυξη, τη διατροφή, τον ύπνο, τη συναισθηματική ρύθμιση και τα όρια. Οι παππούδες, από την άλλη, φέρνουν τη δική τους εμπειρία και συχνά σκέφτονται:
«Έτσι κάναμε κι εμείς και μια χαρά μεγαλώσατε».
Η λύση δεν βρίσκεται στο να αποδείξουμε ποιος έχει δίκιο σε κάθε λεπτομέρεια.
Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τι είναι πραγματικά σημαντικό και τι απλώς θα προτιμούσαμε να γίνεται με τον δικό μας τρόπο.
Αν διορθώνουμε συνεχώς τους παππούδες για το πώς μιλούν, πώς παίζουν, τι προσφέρουν και πώς περνούν χρόνο με το εγγόνι τους, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε μια οικογενειακή σχέση σε μια ατελείωτη αξιολόγηση γονεϊκής επάρκειας.
Πώς γεφυρώνουμε τις διαφορετικές απόψεις;
Βοηθά περισσότερο να μιλάμε συγκεκριμένα και όχι κατηγορώντας.
Αντί για «Το κακομαθαίνετε.» μπορούμε να πούμε «Θα ήθελα να κρατήσουμε αυτόν τον συγκεκριμένο κανόνα γιατί είναι σημαντικός για εμάς».
Αντί για «Κάθε φορά που έρχεται σε εσάς, μετά δεν μπορούμε να το μαζέψουμε» μπορούμε να πούμε:
«Δεν με πειράζει να υπάρχουν κάποια διαφορετικά πράγματα στη γιαγιά. Θέλω όμως σε αυτά τα δύο θέματα να έχουμε κοινή γραμμή».
Αυτό δίνει στους παππούδες έναν σαφή χώρο: δεν χρειάζεται να κάνουν τα πάντα όπως οι γονείς, αλλά χρειάζεται να σέβονται ότι οι βασικές αποφάσεις ανήκουν στους γονείς.
Και όταν το παιδί λέει: «Η γιαγιά μού το επιτρέπει»;
Αυτή είναι ίσως η στιγμή που πολλοί γονείς αρχίζουν να αμφιβάλλουν.
Η απάντηση όμως μπορεί να είναι εντυπωσιακά απλή:
«Μπορεί. Στη γιαγιά υπάρχουν κάποιοι διαφορετικοί κανόνες. Εδώ όμως ο κανόνας είναι αυτός.»
Δεν χρειάζεται ούτε να κατηγορήσουμε τη γιαγιά ούτε να ξεκινήσουμε διαπραγμάτευση.
Έτσι το παιδί μαθαίνει ότι οι κανόνες μπορούν να αλλάζουν ανάλογα με το πλαίσιο, αλλά και ότι οι γονείς παραμένουν σταθεροί στις αποφάσεις τους.
Τελικά, ποιος «χαλάει» ένα παιδί;
Ένα παιδί δεν «χαλάει» επειδή πέρασε ένα Σαββατοκύριακο τρώγοντας λίγο περισσότερα γλυκά, κοιμήθηκε αργότερα ή η γιαγιά το περιποιήθηκε περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε.
Αυτό που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι η συνολική, καθημερινή σχέση με τους γονείς του, η σταθερότητα των βασικών ορίων και το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώνει.
Οι γονείς εξακολουθούν να είναι εκείνοι που καθορίζουν το βασικό πλαίσιο της ζωής του παιδιού.
Οι παππούδες δεν χρειάζεται ούτε να αντικαταστήσουν τους γονείς ούτε να μετατραπούν σε πιστά αντίγραφά τους.
Χρειάζεται να υπάρχει σεβασμός στα ουσιαστικά και ελευθερία στα δευτερεύοντα.
Και ίσως αξίζει κάποιες φορές, πριν πούμε «οι παππούδες το κακομαθαίνουν», να αναρωτηθούμε:
Είναι πράγματι κάτι που δυσκολεύει το παιδί – ή απλώς κάτι που γίνεται διαφορετικά από ό,τι στο δικό μας σπίτι;
Γιατί τα παιδιά έχουν χώρο στη ζωή τους και για σταθερούς γονείς και για λίγο πιο «χαλαρούς» παππούδες.
Και πολλές φορές είναι τυχερά που έχουν και τα δύο.