Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο αποτελεί ένα σημαντικό αναπτυξιακό ορόσημο για το παιδί. Πρόκειται για μια περίοδο αλλαγών: νέο σχολικό περιβάλλον, αυξημένες ακαδημαϊκές απαιτήσεις, διαφορετικές κοινωνικές δυναμικές και μεγαλύτερη ανάγκη για αυτονομία. Τ
α τελευταία χρόνια παρατηρείται συχνά η τάση ορισμένων γονέων να αφήνουν το παιδί να αποφασίσει μόνο του σε ποιο Γυμνάσιο θα φοιτήσει. Αν και η ενίσχυση της αυτονομίας του παιδιού είναι σημαντική, τίθεται το ερώτημα: είναι ένα παιδί 11–12 ετών σε θέση να λάβει μόνο του μια τέτοια απόφαση;
Μπορεί ένα παιδί αυτής της ηλικίας να πάρει μόνο του μια τέτοια απόφαση;
Στην ηλικία των 11–12 ετών τα παιδιά βρίσκονται σε μια μεταβατική γνωστική και συναισθηματική φάση. Σύμφωνα με την αναπτυξιακή ψυχολογία, αρχίζουν να αναπτύσσουν πιο σύνθετες μορφές σκέψης, ωστόσο η ικανότητα πρόβλεψης μακροπρόθεσμων συνεπειών και η αξιολόγηση σύνθετων παραγόντων δεν είναι ακόμη πλήρως ανεπτυγμένες.
Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία μπορούν να εκφράσουν προτιμήσεις, συναισθήματα και επιθυμίες σχετικά με το σχολείο τους. Αυτό είναι πολύτιμο και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, η πλήρης ευθύνη μιας απόφασης που επηρεάζει την εκπαιδευτική τους πορεία και την καθημερινότητά τους δεν είναι αναπτυξιακά κατάλληλο να μετατίθεται αποκλειστικά στο ίδιο το παιδί.
Η γονική καθοδήγηση παραμένει απαραίτητη. Ο ρόλος του γονέα δεν είναι να επιβάλει αυθαίρετα μια επιλογή, αλλά να λειτουργήσει ως καθοδηγητής που θα βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει τους παράγοντες που σχετίζονται με την απόφαση.
Με ποια κριτήρια επιλέγουν συνήθως τα παιδιά;
Όταν τα παιδιά καλούνται να επιλέξουν σχολείο, τα κριτήριά τους συχνά διαφέρουν σημαντικά από αυτά των ενηλίκων.
Τα πιο συνηθισμένα κριτήρια που αναφέρουν είναι:
να πάνε στο ίδιο σχολείο με φίλους
η φήμη ότι το σχολείο είναι «πιο εύκολο»
η αποφυγή αυστηρών καθηγητών ή αυξημένων απαιτήσεων
η κοντινή απόσταση από το σπίτι
το πόσο «ευχάριστο» ή «χαλαρό» φαίνεται το σχολικό περιβάλλον
το πόσες εκδρομές κάνουν
Τα κριτήρια αυτά είναι απολύτως κατανοητά από αναπτυξιακή άποψη, καθώς τα παιδιά δίνουν μεγάλη σημασία στο αίσθημα ασφάλειας, στη φιλική παρέα και στη μείωση του άγχους. Ωστόσο, δεν είναι πάντοτε τα κριτήρια που εξυπηρετούν μακροπρόθεσμα το εκπαιδευτικό και ψυχοκοινωνικό όφελος του παιδιού.
Για παράδειγμα, η επιλογή ενός σχολείου μόνο επειδή θεωρείται «εύκολο» μπορεί να στερήσει από το παιδί ευκαιρίες για γνωστική πρόκληση, ανάπτυξη δεξιοτήτων και επαφή με ένα πιο υποστηρικτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον.