Θυμώνω με το παιδί μου. Είμαι κακός γονιός;
«Του το είπα δέκα φορές και συνέχισε σαν να μη με άκουγε».
«Κάθε πρωί φεύγουμε από το σπίτι με φωνές».
«Μου απάντησε με τέτοιο τρόπο, που ένιωσα να χάνω τον έλεγχο».
«Δεν αντέχω άλλο τη γκρίνια. Και μετά νιώθω απαίσια που φώναξα».
Πολλοί γονείς θυμώνουν με τα παιδιά τους — συχνά περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν να παραδεχτούν. Ο θυμός, όμως, δεν αποτελεί απόδειξη ότι κάποιος είναι ακατάλληλος γονιός. Είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα, το οποίο συνήθως εμφανίζεται όταν είμαστε κουρασμένοι, πιεσμένοι, απογοητευμένοι ή νιώθουμε ότι δεν μας ακούνε και ότι χάνουμε τον έλεγχο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα θυμώσουμε ποτέ. Είναι τι κάνουμε όταν θυμώνουμε και πώς επανορθώνουμε όταν η αντίδρασή μας ξεπεράσει τα όρια.
Οι στιγμές που ο θυμός «ανάβει»
Ο γονεϊκός θυμός συνήθως δεν προκαλείται από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Χτίζεται σταδιακά, μέσα σε μια ήδη απαιτητική καθημερινότητα.
Μπορεί να εμφανιστεί όταν:
το παιδί αρνείται να ντυθεί ενώ έχουμε αργήσει,
δεν κλείνει το κινητό ή το τάμπλετ την ώρα που συμφωνήσαμε,
αφήνει συνεχώς τα πράγματά του πεταμένα,
διαμαρτύρεται για το διάβασμα ή αρνείται να συνεργαστεί,
τσακώνεται με το αδελφάκι του,
γκρινιάζει ασταμάτητα,
μας διακόπτει ενώ μιλάμε ή εργαζόμαστε,
μας απαντά απότομα ή ειρωνικά,
ξεσπά δημόσια και νιώθουμε ότι όλοι μας κοιτάζουν,
επαναλαμβάνει μια συμπεριφορά που έχουμε συζητήσει πολλές φορές.
Εκείνη τη στιγμή δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει. Αντιδρούμε και σε όσα έχουν προηγηθεί: στην αϋπνία, στην πίεση της δουλειάς, στις οικονομικές δυσκολίες, στις υποχρεώσεις που δεν τελειώνουν, στη διαφωνία με τον άλλο γονέα ή στην αίσθηση ότι προσπαθούμε πολύ χωρίς αποτέλεσμα.
Μερικές φορές ενεργοποιούνται και βαθύτερες σκέψεις:
«Με αγνοεί».
«Το κάνει επίτηδες».
«Δεν με σέβεται».
«Αν δεν το σταματήσω τώρα, θα ξεφύγει εντελώς».
Αυτές οι ερμηνείες δυναμώνουν τον θυμό. Η συμπεριφορά του παιδιού παύει να μοιάζει με δυσκολία που χρειάζεται διαχείριση και βιώνεται ως προσωπική επίθεση ή ως απόδειξη γονεϊκής αποτυχίας.
Πώς η κατάσταση επιδεινώνεται
Συνήθως ο γονιός αρχίζει ήρεμα:
«Σε παρακαλώ, βάλε τα παπούτσια σου».
Το παιδί δεν ανταποκρίνεται. Η φράση επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά πιο έντονα. Ακολουθεί μια προειδοποίηση, μετά μια απειλή και τελικά μια έκρηξη:
«Πόσες φορές πρέπει να το πω; Δεν ακούς ποτέ!»
Το παιδί μπορεί τότε να κλάψει, να φωνάξει, να αντιμιλήσει, να κλείσει την πόρτα ή να αρνηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γονιός εκλαμβάνει την αντίδρασή του ως επιπλέον πρόκληση και ανεβάζει κι άλλο την ένταση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
Ο γονιός πιέζει περισσότερο για να κερδίσει συνεργασία. Το παιδί, νιώθοντας φόβο, θυμό ή αδικία, συνεργάζεται λιγότερο. Η μειωμένη συνεργασία αυξάνει ακόμη περισσότερο την ένταση του γονέα.
Σε υψηλή συναισθηματική φόρτιση, κανείς δεν ακούει πραγματικά. Ο γονιός προσπαθεί να διδάξει, να εξηγήσει ή να επιβάλει ένα όριο, αλλά το παιδί εκείνη τη στιγμή μπορεί να αντιληφθεί κυρίως τον τόνο, την απειλή και την απόρριψη.
Μετά την έκρηξη έρχονται οι ενοχές
Όταν η ένταση υποχωρήσει, πολλοί γονείς σκέφτονται:
«Γιατί αντέδρασα έτσι;»
«Μήπως του κάνω κακό;»
«Είπα ότι δεν θα γίνω σαν τους δικούς μου γονείς».
«Μήπως τελικά δεν είμαι καλός γονιός;»
Οι ενοχές μπορούν να μας κινητοποιήσουν να αναγνωρίσουμε ένα λάθος και να αλλάξουμε κάτι. Όταν, όμως, γίνονται υπερβολικές, συχνά οδηγούν στο άλλο άκρο.
Ο γονιός που προηγουμένως φώναξε μπορεί να ακυρώσει την τιμωρία που επέβαλε πάνω στα νεύρα του, να επιτρέψει κάτι που είχε απαγορεύσει ή να προσπαθήσει να «διορθώσει» την κατάσταση με δώρα, γλυκά και υπερβολική υποχωρητικότητα. Μπορεί επίσης να αποφεύγει να ξαναβάλει όριο, επειδή φοβάται ότι θα θυμώσει πάλι ή επειδή αισθάνεται ότι δεν δικαιούται να επιμείνει.
Έτσι, από την αυστηρότητα περνά στην πλήρη υποχώρηση:
«Δεν θα ξαναδείς τάμπλετ όλη την εβδομάδα!»
Και λίγο αργότερα:
«Εντάξει, πάρ’ το τώρα, αλλά σε παρακαλώ μην αρχίσεις πάλι».
Τι καταλαβαίνει το παιδί;
Το παιδί δυσκολεύεται να καταλάβει τι ισχύει. Το όριο φαίνεται να αλλάζει ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση του γονέα. Δεν γνωρίζει αν η ίδια συμπεριφορά θα αντιμετωπιστεί με μια ήρεμη υπενθύμιση, με έντονη τιμωρία ή τελικά χωρίς καμία συνέπεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί «χειρίζεται» σκόπιμα τον γονέα. Προσπαθεί να κατανοήσει ένα ασταθές πλαίσιο και, όπως είναι αναμενόμενο, ελέγχει ξανά τα όρια. Μήπως αυτή τη φορά αλλάξουν; Μήπως, αν επιμείνει αρκετά, ο γονιός υποχωρήσει;
Η εναλλαγή ανάμεσα στην έκρηξη και στην υπερβολική επιείκεια μπορεί να αυξήσει την ανασφάλεια, τις αντιδράσεις και τις συγκρούσεις. Το παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που δεν θυμώνει ποτέ. Χρειάζεται έναν γονιό όσο γίνεται προβλέψιμο, ο οποίος μπορεί να βάζει όρια χωρίς να αποσύρει την αγάπη του.
Πρακτικοί τρόποι για να αλλάξει ο κύκλος
1. Αναγνωρίστε τα πρώτα σημάδια
Ο θυμός δεν ξεκινά τη στιγμή της έκρηξης. Συνήθως προηγούνται σφίξιμο στο σώμα, ταχυκαρδία, ένταση στη φωνή, γρήγορη ομιλία ή η σκέψη «δεν αντέχω άλλο».
Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για μια μικρή παύση:
«Έχω θυμώσει πολύ. Θα πάρω δύο λεπτά να ηρεμήσω και μετά θα το συζητήσουμε».
Η παύση δεν είναι εγκατάλειψη του ορίου. Είναι τρόπος να μπορέσουμε να το θέσουμε χωρίς να χάσουμε τον έλεγχο.
2. Ξεχωρίστε τη συμπεριφορά από την πρόθεση
Αντί για «με αγνοεί επίτηδες», μπορούμε να σκεφτούμε:
«Δυσκολεύεται να σταματήσει κάτι ευχάριστο».
«Είναι κουρασμένο και δεν μπορεί εύκολα να συνεργαστεί».
«Δεν έχει ακόμη την ικανότητα να οργανωθεί μόνο του».
Η κατανόηση της δυσκολίας δεν σημαίνει ότι επιτρέπουμε τα πάντα. Μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε τη συμπεριφορά ως πρόβλημα προς επίλυση και όχι ως προσωπική προσβολή.
3. Δώστε μία σύντομη, συγκεκριμένη οδηγία
Οι πολλές επαναλήψεις, τα κηρύγματα και οι γενικές κατηγορίες συνήθως αυξάνουν την ένταση.
Αντί για:
«Πάντα τα ίδια κάνεις! Δεν με ακούς ποτέ και έχω κουραστεί να τρέχω πίσω σου»,
είναι προτιμότερο:
«Τώρα κλείνουμε το τάμπλετ και ερχόμαστε στο τραπέζι».
Πλησιάζουμε το παιδί, εξασφαλίζουμε ότι μας προσέχει και λέμε τι χρειάζεται να κάνει με όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια.
4. Προετοιμάστε τις δύσκολες μεταβάσεις
Πολλές συγκρούσεις συμβαίνουν όταν το παιδί πρέπει να σταματήσει κάτι ευχάριστο ή να περάσει γρήγορα σε μια υποχρέωση.
Βοηθούν οι προειδοποιήσεις:
«Σε δέκα λεπτά κλείνουμε το παιχνίδι».
«Έχεις ακόμη πέντε λεπτά. Μετά θα ετοιμαστούμε για ύπνο».
Στα μικρότερα παιδιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα χρονόμετρο ή ένα σταθερό οπτικό πρόγραμμα.
5. Επιλέξτε εκ των προτέρων λογικές συνέπειες
Οι συνέπειες που αποφασίζονται πάνω στον θυμό είναι συνήθως υπερβολικές και δύσκολο να τηρηθούν. Είναι προτιμότερο να είναι γνωστές, άμεσες και σχετικές με τη συμπεριφορά.
Για παράδειγμα:
«Αν το τάμπλετ δεν κλείσει στην ώρα που έχουμε συμφωνήσει, αύριο ο χρόνος χρήσης θα είναι μικρότερος».
Το όριο χρειάζεται σταθερότητα, όχι ένταση.
6. Επανορθώστε χωρίς να ακυρώσετε το όριο
Μπορούμε να ζητήσουμε συγγνώμη για τον τρόπο με τον οποίο μιλήσαμε, χωρίς να αναιρέσουμε αυτό που ζητήσαμε:
«Πριν σου φώναξα και είπα πράγματα που δεν έπρεπε. Λυπάμαι για τον τρόπο που σου μίλησα. Το ότι θύμωσα δεν δικαιολογεί τις φωνές. Το όριο, όμως, παραμένει: το κινητό κλείνει στις εννέα».
Έτσι το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ σημαντικό: οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αναλαμβάνουν την ευθύνη τους και προσπαθούν να αποκαταστήσουν τη σχέση.
7. Αναζητήστε τι βρίσκετα ι πίσω από τον συχνό θυμό
Μερικές φορές το πρόβλημα δεν είναι μόνο η συμπεριφορά του παιδιού. Ο γονιός μπορεί να έχει φτάσει στα όριά του λόγω εξάντλησης, άγχους, έλλειψης υποστήριξης ή συχνών διαφωνιών μέσα στην οικογένεια.
Η ερώτηση δεν είναι μόνο «πώς θα κάνω το παιδί να συνεργάζεται;», αλλά και:
«Τι χρειάζομαι εγώ για να μπορώ να ανταποκρίνομαι πιο ήρεμα;»
Ίσως χρειάζεται καλύτερη κατανομή των ευθυνών, περισσότερη ξεκούραση, κοινή στάση των γονέων ή υποστήριξη από ειδικό.
Όχι τέλειος — διαθέσιμος και υπεύθυνος
Καλός γονιός δεν είναι εκείνος που δεν θυμώνει ποτέ. Είναι εκείνος που προσπαθεί να καταλάβει τον θυμό του, αναλαμβάνει την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο τον εκφράζει και επιστρέφει στη σχέση με ειλικρίνεια και σταθερότητα.
Αν οι εκρήξεις είναι συχνές ή πολύ έντονες, αν περιλαμβάνουν προσβολές, απειλές, σωματική επιθετικότητα ή φόβο ότι μπορεί ν α χαθεί ο έλεγχος, είναι σημαντικό να αναζητηθεί έγκαιρα βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί ομολογία αποτυχίας. Είναι πράξη προστασίας τόσο για το παιδί όσο και για τον γονέα.
Το παιδί δεν χρειάζεται την τελειότητά μας. Χρειάζεται να βλέπει ότι ακόμη και μετά από μια δύσκολη στιγμή μπορούμε να σταματήσουμε, να αναγνωρίσουμε το λάθος, να επανορθώσουμε και να δοκιμάσουμε ξανά — λίγο διαφορετικά την επόμενη φορά.