«Μαμά, βαριέμαι.»
«Μπαμπά, τι να κάνω;»
«Μπορώ να πάρω το τάμπλετ;»
«Δεν έχω τίποτα να κάνω!»
Και κάπου εκεί ο γονιός αρχίζει να ψάχνει: ένα παιχνίδι, μια κατασκευή, μια έξοδο, μια δραστηριότητα, κάτι τέλος πάντων που θα γεμίσει αυτό το τόσο ενοχλητικό κενό.
Ή, πιο απλά, δίνει το κινητό ή το τάμπλετ.
Γιατί να μην το κάνουμε; Αφού το παιδί σταματά να γκρινιάζει, περνάει η ώρα και όλοι ηρεμούν.
Κι όμως, ίσως αυτό ακριβώς το κενό που προσπαθούμε τόσο γρήγορα να γεμίσουμε να είναι κάτι που το παιδί χρειάζεται.
Η βαρεμάρα δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε
Τα παιδιά σήμερα έχουν συχνά ένα πολύ γεμάτο πρόγραμμα. Σχολείο, διάβασμα, δραστηριότητες, αθλητισμός, μαθήματα, μετακινήσεις. Και όταν επιτέλους εμφανίζεται λίγος ελεύθερος χρόνος, πολλές φορές δεν ξέρουν τι να τον κάνουν.
Έχουν μάθει να περιμένουν ότι κάτι θα συμβεί.
Κάποιος θα τα απασχολήσει. Κάποιος θα οργανώσει ένα παιχνίδι. Κάποιος θα προτείνει μια δραστηριότητα. Ή μια οθόνη θα τους προσφέρει αμέσως εικόνες, παιχνίδια και ερεθίσματα.
Έτσι όμως δεν εξασκούνται σε μια σημαντική δεξιότητα:
να δημιουργούν μ όνα τους ενδιαφέρον μέσα σε έναν άδειο χρόνο.
Η βαρεμάρα μπορεί να είναι άβολη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι βλαβερή.
Μερικές φορές είναι ακριβώς το σημείο από το οποίο ξεκινάει η δημιουργικότητα.
Από το «δεν έχω τι να κάνω» στο «κάτι θα βρω»
Ένα παιδί που βαριέται μπορεί στην αρχή να διαμαρτυρηθεί.
Μετά μπορεί να περιπλανηθεί λίγο στο σπίτι.
Να πιάσει ένα παιχνίδι και να το αφήσει.
Να κοιτάξει έξω από το παράθυρο.
Να ανοίξει ένα συρτάρι.
Και κάπου εκεί μπορεί να εμφανιστεί μια ιδέα.
Δύο καρέκλες γίνονται σπίτι.
Ένα χαρτόκουτο γίνεται διαστημόπλοιο.
Μερικά μαξιλάρια γίνονται φρούριο.
Ένα μολύβι και ένα χαρτί γίνονται κόμικ.
Ένα παλιό παιχνίδι αποκτά μια καινούργια ιστορία.
Η δημιουργικότητα δεν εμφανίζεται πάντα επειδή κάποιος είπε στο παιδί:
«Τώρα θα κάνουμε μια δημιουργική δραστηριότητα.»
Πολλές φορές εμφανίζεται επειδή για λίγο δεν υπήρχε τίποτα έτοιμο να το απασχολήσει.
Η «βαρεμάρα» γίνεται τότε αφετηρία για φαντασία, εξερεύνηση, εφεύρεση, πρωτοβουλία και επίλυση προβλημάτων.
«Μαμά, τι να κάνω;»
Η ερώτηση αυτή είναι τόσο συχνή, ώστε οι γονείς εύκολα νιώθουν ότι πρέπει να έχουν μια απάντηση.
Δεν χρειάζεται.
Μπορούμε να πούμε:
«Δεν ξέρω. Σκέψου λίγο τι θα ήθελες να κάνεις.»
Ή:
«Καταλαβαίνω ότι βαριέσαι. Είμαι σίγουρος ότι θα βρεις κάτι.»
Αυτό μπορεί αρχικά να μην αρέσει καθόλου στο παιδί.
Είναι όμως ένα σημαντικό μήνυμα:
«Ο ελεύθερος χρόνος σου δεν είναι δική μου ευθύνη να τον γεμίσω. Μπορείς να ανακαλύψεις μόνος σου τι σε ενδιαφέρει.»
Δεν πρόκειται για αδιαφορία από την πλευρά του γονιού. Πρόκειται για σταδιακή μεταφορά ευθύνης.
Όπως το παιδί κάποια στιγμή μαθαίνει να ντύνεται μόνο του, να οργανώνει την τσάντα του ή να τακτοποιεί τα πράγματά του, έτσι μπορεί να μάθει και να διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του.
Και φυσικά… υπάρχει πάντα η οθόνη
Οι οθόνες έχουν ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: εξαφανίζουν σχεδόν αμέσως τη βαρεμάρα.
Δεν χρειάζεται να σκεφτείς τι θέλεις να κάνεις.
Δεν χρειάζεται να δημιουργήσεις κάτι.
Δεν χρειάζεται να περιμένεις.
Αρκεί να ανοίξεις μια εφαρμογή και το επόμενο ερέθισμα βρίσκεται ήδη μπροστά σου.
Γι’ αυτό και όταν ένα παιδί έχει μάθει ότι κάθε στιγμή αναμονής ή ανίας μπορεί να γεμίσει με τάμπλετ ή κινητό, είναι λογικό να δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αντέξει τ ον χρόνο στον οποίο «δεν συμβαίνει τίποτα».
Το ζητούμενο δεν είναι να παρουσιάσουμε τις οθόνες ως εχθρό.
Το σημαντικό είναι να μη γίνουν η αυτόματη απάντηση σε κάθε στιγμή βαρεμάρας.
Γιατί αν κάθε «βαριέμαι» καταλήγει σε μια οθόνη, το παιδί δεν φτάνει ποτέ στο επόμενο στάδιο:
«Βαριέμαι… άρα τι μπορώ να σκεφτώ να κάνω;»
Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να μην επέμβουμε
Αυτό ίσως είναι το δυσκολότερο κομμάτι για εμάς τους γονείς.
Όταν βλέπουμε το παιδί να περιφέρεται ανήσυχο, να γκρινιάζει ή να μας λέει για πέμπτη φορά «βαριέμαι», έχουμε την παρόρμηση να λύσουμε το πρόβλημα.
Να του προτείνουμε πέντε πράγματα.
«Ζωγράφισε.»
«Φτιάξε Lego.»
«Διάβασε ένα βιβλίο.»
«Παίξε με τον αδελφό σου.»
«Πάμε να κάνουμε κάτι μαζί.»
Κάποιες φορές φυσικά μπορούμε να παίξουμε μ αζί του. Η κοινή δραστηριότητα είναι πάρα πολύ σημαντική και πολύτιμη.
Αλλά δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάθε φορά.
Μερικές φορές μπορούμε απλώς να απαντήσουμε:
«Ναι, μπορεί να βαριέσαι λίγο. Δεν πειράζει.»
Και να αφήσουμε το παιδί να περάσει από αυτή τη μικρή δυσφορία μέχρι να γεννηθεί η επόμενη ιδέα.
Τι μαθαίνει ένα παιδί όταν του επιτρέπουμε να βαρεθεί;
Μαθαίνει πρώτα απ’ όλα ότι δεν χρειάζεται κάθε δυσάρεστο συναίσθημα να εξαφανίζεται αμέσως.
«Μπορώ να νιώθω λίγο ανία και να την αντέξω.»
«Μπορώ να μην έχω κάτι έτοιμο μπροστά μου και να σκεφτώ.»
«Μπορώ να δοκιμάσω κάτι, να μη μου αρέσει και να βρω κάτι άλλο.»
«Μπορώ να δημιουργήσω μόνος μου ένα παιχνίδι.»
«Μπορώ να οργανώσω τον χρόνο μου.»
Έτσι καλλιεργούνται, σταδιακά, η αυτονόμηση, η πρωτοβουλία, η φαντασία, η δημιουργική σκέψη και η επίλυση προβλημάτων.
Με άλλα λόγια, πίσω από ένα απλό:
«Βρες κάτι να κάνεις» μπορεί να κρύβεται μια πολύ σημαντική αναπτυξιακή διαδικασία.
Και τι βλέπουν τα παιδιά να κάνουμε εμείς;
Εδώ ίσως βρίσκεται το πιο δύσκολο ερώτημα. Τι κάνουμε εμείς όταν περιμένουμε;
Στην ουρά του σούπερ μάρκετ.
Στην αίθουσα αναμονής ενός γιατρού.
Στο λεωφορείο ή στο μετρό.
Όσο περιμένουμε να έρθει το φαγητό σε ένα εστιατόριο.
Στα πέντε λεπτά μέχρι να ξεκινήσει ένα ραντεβού.
Πόσο γρήγορα βγάζουμε το κινητό μας;
Πολλές φορές ζητάμε από τα παιδιά να αντέξουν κάτι που δυσκολευόμαστε να αντέξουμε εμείς οι ίδιοι.
Δεν χρειάζεται φυσικά να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τα κινητά μας. Μπορούμε όμως να τους δείξουμε ότι δεν είναι η μοναδική απάντησ η στην αναμονή και στην ανία.
Μπορούμε να περιμένουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα για λίγο.
Να παρατηρήσουμε τους ανθρώπους γύρω μας.
Να συζητήσουμε.
Να παίξουμε ένα παιχνίδι λέξεων.
«Βρες πέντε πράγματα γύρω μας που είναι κόκκινα.»
«Ποιος μπορεί να σκεφτεί περισσότερα ζώα από Κ;»
«Αν αυτό το μέρος ήταν σε μια ταινία, τι θα συνέβαινε τώρα;»
Η αναμονή τότε δεν γίνεται απλώς κάτι που πρέπει να εξαφανίσουμε. Μπορεί να γίνει παρατήρηση, συζήτηση, παιχνίδι και φαντασία.
Κυρίως όμως το παιδί βλέπει κάτι σημαντικό:
«Και οι μεγάλοι κάποιες φορές βαριούνται. Και μπορούν να το αντέξουν.»
Χρειάζεται όμως και το κατάλληλο περιβάλλον
Το να πούμε απλώς «βρες κάτι να κάνεις» δεν σημαίνει ότι το παιδί θα μεταμορφωθεί αυτομάτως σε μικρό εφευρέτη.
Χρειάζεται να έχει και πραγματικές δυνατότητες για ελεύθερο παιχνίδι.
Απλά υλικά συχνά είναι πιο χρήσιμα από πολλά σύνθετα παιχνίδια: χαρτιά, μαρκαδόροι, τουβλάκια, κουτιά, πλαστελίνη, βιβλία, επιτραπέζια, αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους.
Και, κυρίως, χρειάζεται χρόνο που να μην είναι ήδη οργανωμένος από κάποιον ενήλικα.
Γιατί αν κάθε λεπτό της ημέρας ενός παιδιού είναι προγραμματισμένο, είναι δύσκολο να περιμένουμε ξαφνικά να ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο του.
Η ικανότητα αυτή επίσης μαθαίνεται.
Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε το «βαριέμαι»
Ίσως λοιπόν την επόμενη φορά που θα ακούσουμε:
«Μαμάαα, βαριέμαι!»
να μην χρειάζεται να ψάξουμε αμέσως τη λύση.
Μπορούμε να απαντήσουμε:
«Το ξέρω. Μερικές φορές βαριόμαστε. Για να δούμε τι θα σκεφτείς.»
Και να περιμένουμε.
Γιατί ανάμεσα στο «βαριέμαι» και στο «βρήκα!» υπάρχει ένας μικρός αλλά πολύ σημαντικός χώρος.
Εκεί το παιδί χρειάζεται να ψάξει, να δοκιμάσει, να αποτύχει, να ξανασκεφτεί, να επινοήσει.
Και ίσως αυτός ο «άδειος» χρόνος να μην είναι τελικά τόσο άδειος.
Ίσως είναι ακριβώς ο χώρος μέσα στον οποίο γεννιούνται η φαντασία, η αυτονομία και η δημιουργικότητα.