1
2
3
4

Θέματα διαπαιδαγώγησης

 

Υπεύθυνα παιδιά – γεννιούνται ή γίνονται;

Education textΗ ερώτηση αυτή είναι μάλλον ρητορική. Είναι γεγονός πως τόσο τα γονίδια όσο και πολλοί άλλοι παράγοντες παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός παιδιού και σίγουρα κάποια παιδιά γεννιούνται πιο υπεύθυνα από άλλα. Στο να είναι όμως υπεύθυνο ένα παιδί καθοριστικό ρόλο παίζει το πώς μεγαλώνει, ποιους τρόπους διαπαιδαγώγησης χρησιμοποιούν οι γονείς του και  ποιες αρχές και εφόδια του παρέχουν. Τα γονίδια και πολλούς άλλους παράγοντες δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε, ας δούμε λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε εμείς σα γονείς για να μεγαλώσουμε υπεύθυνα παιδιά, τα οποία θα μπορούν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους  σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους.

Υπευθυνότητα - τι σημαίνει;

Αν δούμε  την οικογένεια ως «σύστημα», στο οποίο το κάθε μέλος αποτελεί ένα στοιχείο, μπορούμε να πούμε ότι για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα, πρέπει να βρίσκεται το κάθε μέλος, αλλά και τα μέλη μεταξύ τους σε μια ισορροπία. Ισορροπία μέσα σε αυτό το σύστημα υπάρχει εάν το κάθε μέλος διατηρεί ισορροπία ανάμεσα στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του και είναι ευτυχισμένο με αυτό.

Καθώς ένα παιδί μεγαλώνει, πρέπει οι γονείς του όλο και περισσότερο να του δίνουν τομείς στους οποίους  είναι υπεύθυνο το ίδιο, ώστε  να μάθει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, προκειμένου να γίνεται ανεξάρτητο με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα καταφέρει στη ζωή του.  Θα πρέπει να υπάρχει μια εξέλιξη στην ανάθεση των ευθυνών που αναλαμβάνει το παιδί και  οι ευθύνες να αναπροσαρμόζονται συχνά σύμφωνα με την εξέλιξή του.  Το να γίνει υπεύθυνο ένα παιδί σημαίνει ότι χτίζει την ισορροπία του και αυτό αποτελεί προϋπόθεση για να δημιουργήσει αργότερα ένα δικό του «σύστημα οικογένεια». 

Καθώς μεγαλώνει πρέπει να μάθει σταδιακά να παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του με όλο και περισσότερες υποχρεώσεις, αλλά και με περισσότερα δικαιώματα και προνόμια  και επίσης να έχει έναν πιο ενεργητικό ρόλο στο σύστημα που λέγεται οικογένεια. 

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ο  βαθμός υπευθυνότητας που αναπτύσσει ένα άτομο έχει άμεσο αντίκτυπο στην προσωπική του εξέλιξη, στην εικόνα του εαυτού και  στις σχέσεις του με τους άλλους. 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των υπεύθυνων παιδιών;

Τα υπεύθυνα παιδιά  χαρακτηρίζονται από ένα μεγάλο βαθμό συνεργασίας,  η οποία είναι κατά μεγάλο μέρος ανεξάρτητη από την αντίδραση / αποδοχή του άλλου ή κάποιας «ανώτερης» δύναμης. Έχουν αναπτυγμένα εσωτερικά κίνητρα και αντιστέκονται πιο εύκολα σε πιέσεις των συνομηλίκων. Διακρίνονται από αυτοπεποίθηση σε βαθμό ευνοϊκό για τη θετική τους εξέλιξη, καθώς έχουν μια ρεαλιστική εικόνα του εαυτού τους με επίγνωση των δυνατών και αδύναμων σημείων τους. Έχουν επίγνωση των προσωπικών αναγκών τους και ικανότητα κατάλληλης έκφρασής τους και  ταυτόχρονα  ενδιαφέρονται  για τις απόψεις των άλλων και αναγνωρίζουν τις ανάγκες και τα συναισθήματα τους, έχουν δηλαδή ανεπτυγμένο βαθμό «συναισθηματικής νοημοσύνης». 


Ένα υπεύθυνο παιδί έχει επίσης επίγνωση για διαθέσιμες εναλλακτικές  λύσεις σε μια κατάσταση ή σε ένα πρόβλημα και κάνει συνειδητές επιλογές για τις οποίες αναλαμβάνει  τις ευθύνες και τις συνέπειές τους.  Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά συμβάλλουν ουσιαστικά σε μια ανεπτυγμένη ικανότητα λήψης αποφάσεων και γενικότερα σε μια ενεργητική στάση ζωής.

Πώς κάνουμε το παιδί μας ανεύθυνο;

Για να δούμε πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε την υπευθυνότητα του παιδιού μας, ίσως μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αντίθετη πλευρά – δηλαδή  να δούμε ποιοι τρόποι διαπαιδαγώγησης κάνουν το παιδί να είναι ανεύθυνο.

Την ανευθυνότητα του παιδιού, την καλλιεργήσουμε όταν:

  • συστηματικά «καλύπτουμε» το παιδί και δε βιώνει τις συνέπειες των πράξεών του.
  • συστηματικά ανεχόμαστε και δικαιολογούμε ανάρμοστη ή επιθετική συμπεριφορά από το παιδίμε αποτέλεσμα να καλλιεργούμε ακριβώς αυτές τις συμπεριφορές.
  • διορθώνουμε ή «πληρώνουμε» για τα λάθη του παιδιού.
  • αναλαμβάνουμε τις υποχρεώσεις του παιδιού.
  • δίνουμε τις «μάχες» του παιδιού.
  • κάνουμε εμείς τις δουλειές που έχουμε αναθέσει στο παιδί .
  • το παιδί έχει προνόμια χωρίς να είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του.
  • ο γονέας περιμένει το «τέλειο αποτέλεσμα» όπως το έχει φανταστεί ο ίδιος.
  • οι γονείς είναι υπερπροστατευτικοί και
    • Έχουν την τάση να «προστατεύουν» το παιδί του από τις συνέπειες των πράξεών του.
    • Οδηγούν το παιδί «βήμα - βήμα» χωρίς το να αφήνουν να δοκιμάζει δικούς  του τρόπους επίλυσης προβλημάτων.
    • «Σερβίρουν» έτοιμες λύσεις και δεν αφήνουν  το παιδί να βρει δικές του λύσεις.
    • Αφαιρούν όλες τις δυνατότητες επιλογής από το  παιδί.
    • Εξασθενούν την πίστη του παιδιού τους  στην ικανότητά του να λύσει τα δικά του προβλήματα.

Πώς κάνουμε τα παιδιά μας υπεύθυνα;

Μπορείτε να διδάξετε το παιδί σας να είναι υπεύθυνο από πολύ μικρή ηλικία. Βασικός στόχος σας πρέπει να είναι να βοηθήσετε το παιδί σας να γίνεται όλο και περισσότερο ανεξάρτητο από εσάς. Αυτό σημαίνει να υποστηρίζετε κάθε πρωτοβουλία του για πράγματα που προσπαθεί να κάνει μόνο του  και να του δείξετε ότι πιστεύετε ότι μπορεί να τα καταφέρνει. Δεχτείτε την καλύτερη προσπάθεια του παιδιού σας ακόμα και αν το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο των προσδοκιών σας. 

Η υπευθυνότητα του παιδιού καλλιεργείτε επίσης όταν περάσετε  το μήνυμα στο παιδί ότι αυτά που μπορεί να κάνει (να ντυθεί, να πλένεται κ.τ.λ.), τα περιμένετε να τα κάνει και έχει υποχρέωση να τα κάνει. Καθημερινά αφήστε το να τρώει μόνο του, να ντύνεται μόνο του και ό, τι μπορεί να κάνει. Δώστε στο παιδί σας δουλειές να κάνει, έχοντας υπόψη όμως ότι χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να διδάξετε στα παιδιά σας να δουλεύουν από ό, τι για να κάνετε τη δουλειά εσείς οι ίδιοι. Έτσι π.χ. σίγουρα μπορείτε να μαζέψετε πολύ πιο γρήγορα εσείς οι ίδιοι τα παιχνίδιά του και το αποτέλεσμα θα είναι πολύ πιο ικανοποιητικό, αλλά είναι πολύ πιο σημαντικό να μάθει το παιδί να το κάνει μόνο του. Εδώ η ενθάρρυνση και η ενίσχυση των προσπαθειών του παιδιού είναι απαραίτητες, καθώς και η επιβράβευσή του.

Περάστε το μήνυμα ότι έχετε εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και δώστε του το δικαίωμα να κάνει λάθη. Δείξτε στο παιδί την ικανοποίηση σας για το κάθε βήμα που κάνει, αφήνοντάς του όμως να έχει κάποιο λόγο σχετικό με το πώς θα κάνει μια «δουλειά» του.

Στην ανάπτυξη της υπευθυνότητας συμβάλλει επίσης ουσιαστικά, το να  καλλιεργήσετε στο παιδί τη στάση να θέτει στόχους.  Για να το πετύχετε αυτό εκφράστε δικές σας προτάσεις για πιθανούς στόχους που μπορεί να θέσει το παιδί σας και τονίστε τα θετικά αποτελέσματα που θα έχει η επίτευξή τους. 

Τι είναι οι «φυσικές συνέπειες»;

Ο όρος «φυσικές συνέπειες» αναφέρεται στο  ότι θα πρέπει να μάθουμε στο παιδί μας την σχέση αιτία-αποτέλεσμα. Μέσα σε ασφαλή πλαίσια αφήνουμε το παιδί να πειραματιστεί και να έχει την εμπειρία των συνεπειών εσφαλμένων επιλογών, η οποία είναι ένα πολύτιμο μάθημα ζωής και βοηθά τα παιδιά να γίνουν πιο υπεύθυνα. Πολλοί γονείς από τη θέληση τους να προστατέψουν τα παιδιά τους από αρνητικά βιώματα, επεμβαίνουν και το παιδί δε μαθαίνει τα επακόλουθα των πράξεών του με αποτέλεσμα την έλλειψη πολύτιμων, δυσάρεστων μερικές φορές αλλά και πάλι πολύτιμων, εμπειριών.

Παράδειγμα - σχολικές εργασίες

Ένα παιδί που πάει στο δημοτικό δεν μπορεί να γίνει υπεύθυνο, εάν ο γονέας είναι συνέχεια «πάνω στο κεφάλι του» για να κάνει τις εργασίες του για να είναι «διαβασμένο» στο σχολείο. Σε αυτή την περίπτωση αυτό που πρέπει να κάνουμε για να ενισχύσουμε την υπευθυνότητα και να μάθει να δέχεται τις φυσικές συνέπειες των πράξεών του είναι: Ασφαλώς και βοηθάμε το παιδί στη μελέτη του,  αλλά αν δεν έχει διαβάσει τα μαθήματά του μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, θα  πρέπει να κλείσουν τα βιβλία και το παιδί πρέπει να πάει «αδιάβαστο» στο σχολείο για να βιώσει τις φυσικές συνέπειες (π.χ. την παρατήρηση από τη δασκάλα)  αυτής της συμπεριφοράς. Πρέπει να περάσουμε το μήνυμα στο παιδί ότι το ίδιο επιλέγει να πάει αδιάβαστο στο σχολείο και θα πρέπει να είναι έτοιμο να δεχτεί και τις φυσικές συνέπειες στο σχολείο από αυτή του την επιλογή.
 
Να δώσουμε επιλογές στα παιδιά;

Μερικοί γονείς παίρνουν πάρα πολλές αποφάσεις για λογαριασμό των παιδιών τους, γιατί θέλουν να προστατέψουν τα παιδιά τους από τις λανθασμένες επιλογές και τις επώδυνες συνέπειές τους. Αυτό είναι βέβαια κατανοητό, αλλά  το παιδί σας με αυτό τον τρόπο στερείται από ευκαιρίες να μάθει και παίρνει ταυτόχρονα το μήνυμα ότι είναι ανίκανο να παίρνει μόνο του τις αποφάσεις του. Καθώς τα παιδιά ωριμάζουν και δείχνουν ολοένα περισσότερη υπευθυνότητα, σταδιακά δίνετέ τους μεγαλύτερη ελευθερία αποφάσεων για τη ζωή τους. Αν περιμένετε περισσότερη υπευθυνότητα από τα μεγαλύτερα παιδιά σας, δώστε τους περισσότερα προνόμια. Αυτό τα ενθαρρύνει να συνεχίσουν να φέρονται υπεύθυνα και να παίρνουν σωστές αποφάσεις. Τους δίνει αυτοπεποίθηση.

Τι είναι τα όρια και οι κανόνες;

Πρέπει να βάλετε κάποια σταθερά όρια στο παιδί σας και θα πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κανόνες στο σπίτι σας, οι οποίοι θα είναι σαφείς, θα τους έχετε εξηγήσει στο παιδί και θα πρέπει να είστε σταθεροί στην τήρησή τους. Για να ορίσετε τους κανόνες και τα όρια πρώτα σκεφτείτε: Είναι λογικές οι προσδοκίες που έχετε από το παιδί; Είναι σαφείς οι κανόνες; Ξέρει το παιδί δηλαδή τι πρέπει να κάνει, πώς πρέπει να το κάνει και πότε πρέπει να το κάνει;

Γυρίζοντας στο  αρχικό  μας ερώτημα, αν γεννιούνται ή γίνονται τα παιδιά υπεύθυνα, συμπεραίνουμε  ότι οι γονείς μπορούν να καλλιεργήσουν με πολλούς τρόπους την υπευθυνότητα του παιδιού τους. Έχοντας ως βάση την εμπιστοσύνη στις ικανότητες του παιδιού και τον σεβασμό στις επιλογές του, με σταθερότητα και συνέπεια στον τρόπο διαπαιδαγώγησής τους αλλά και δίνοντας οι ίδιοι το πρότυπο υπεύθυνης συμπεριφοράς, οι γονείς συμβάλλουν ουσιαστικά στο να μεγαλώσουν ένα παιδί υπεύθυνο, το οποίο κάνει συνειδητές επιλογές σε όλους τους τομείς της ζωής του.

 

Η "νυχτερινή ζωή" των παιδιών

Ο ύπνος είναι πολύ σημαντικός για όλους, ανεξάρτητα από την ηλικία, επειδή αποτελεί παράγοντα ισορροπίας.

Οι διαταραχές ύπνου δεν αποτελούν πρόβλημα μόνο των ενηλίκων, αφού ξεκινούν από την αρχή της ζωής και παρουσιάζονται σε παιδιά κάθε ηλικίας.Παρατηρούνται στο 20-30 % των παιδιών στα 4 πρώτα χρόνια της ζωής τους και στο 12 % σε παιδιά σχολικής ηλικίας.

Ορισμένες φορές οι διαταραχές του ύπνου στα παιδιά είναι μεταβατικές και αποτελούν αντιδραστικά φαινόμενα προς το περιβάλλον ή συνδέονται με συναισθηματικές ή αναπτυξιακές φάσεις του παιδιού.

Άλλες διαταραχές ύπνου ωστόσο είναι σοβαρότερες, γιατί μειώνουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του παιδιού και μπορεί να το συνοδεύουν μέχρι την ενήλικη ζωή του .

Διαταραχές της έναρξης και διατήρησης του ύπνου

Τι είναι;

Οι διαταραχές της έναρξης και διατήρησης του ύπνου είναι τα συχνότερα προβλήματα ύπνου. Στις περιπτώσεις διαταραχής έναρξης του ύπνου, ένα παιδί παρουσιάζει προβλήματα στο να πάει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Μπορεί να θέλει να αποκοιμηθεί στο σαλόνι, να ξαπλώνει η μητέρα του μαζί του ή να κοιμάται στο κρεβάτι των γονιών του.

Στις διαταραχές διατήρησης του ύπνου, το παιδί αφού έχει αποκοιμηθεί, ξυπνά τη νύχτα, κλαίει και επιζητά την προσοχή των γονιών του. Μερικά παιδιά ξυπνούν αρκετές φορές τη νύχτα και ζητούν διάφορα πράγματα, ησυχάζουν γρήγορα και ξανακοιμούνται, ενώ άλλα παιδιά θέλουν τους γονείς τους να μείνουν κοντά τους ώσπου να ξανακοιμηθούν. Το πρόβλημα στη διαταραχή διατήρησης του ύπνου του παιδιού δεν είναι το ξύπνημα ή «μισοξύπνημα» τη νύχτα. Το πραγματικό πρόβλημα δημιουργείται επειδή το παιδί δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί χωρίς τη «βοήθεια» των γονιών του.

Πώς δημιουργούνται;

Οι συνήθειες του ύπνου του παιδιού επηρεάζονται από παράγοντες όπως πείνα, πόνος, αρρώστιες, αλλά και από τη γενική «ατμόσφαιρα» στο σπίτι- το οικογενειακό κλίμα, τυχόν οικογενειακά προβλήματα, την παρουσία αδελφών- άγχος και βιώματα του παιδιού κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και από τη διαχείριση της «διαδικασίας ύπνου» από τους γονείς.

Διαταραχή έναρξης ύπνου

Αρκετοί γονείς, μόλις πλησιάζει η ώρα του ύπνου, αναστατώνονται, γιατί σκέφτονται πόσο θα υποφέρουν προκειμένου να πείσουν το παιδί να πάει στο κρεβάτι και να κοιμηθεί.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Θα πρέπει οι γονείς να ακολουθήσουν ορισμένα βήματα που θα βοηθήσουν τα παιδιά να μπουν σε «πρόγραμμα ύπνου».

  • Το πρώτο βράδυ που θα εφαρμόσετε αυτό το «πρόγραμμα», φροντίστε να νυστάζει το παιδί πολύ, π.χ. να το βάλετε αργά για ύπνο ή να μην έχει κοιμηθεί το μεσημέρι.
  • Δημιουργήστε μια διαδικασία «ρουτίνας» πριν πάει το παιδί για ύπνο, η οποία θα «εκτελείται» κάθε βράδυ με την ίδια σειρά, με τρυφερότητα, σταθερότητα και ηρεμία (π.χ. κάνει ένα μπάνιο, πλένει τα δόντια του, διαβάζετε ένα παραμύθι). Αυτή η «ιεροτελεστία» προετοιμάζει το παιδί για την αλλαγή από την εγρήγορση και διασκέδαση της ημέρας στη χαλάρωση και ξεκούραση της νύχτας. Δραστηριότητες όπως έντονα παιχνίδια, παρακολούθηση ταινιών ή τηλεόρασης δεν ενδείκνυνται για αυτή τη φάση προσαρμογής, διότι αντί να χαλαρώνουν το παιδί, ανεβάζουν την έντασή του και κατά συνέπεια το δυσκολεύουν να ηρεμήσει.
  • Στη συνέχεια βάλτε το για ύπνο, φροντίζοντας να έχουν ικανοποιηθεί όλες οι βιολογικές του ανάγκες (τουαλέτα, δίψα κ.τ.λ.), έτσι ώστε το παιδί να μην μπορεί να παρατείνει την ώρα που θα ξαπλώσει στο κρεβάτι με τέτοιου είδους ζητήματα.
  • Μετά του λέτε καληνύχτα και φεύγετε από το δωμάτιο.
  • Είναι πολύ σημαντικό, να μη μείνετε κοντά γιατί έτσι το ενθαρρύνετε να μείνει ξύπνιο..
  • Αν αρχίσει να κλαίει μόλις φύγετε από το δωμάτιο, μην επιστρέψετε αμέσως. Αν συνεχίσει να κλαίει, μπείτε στο δωμάτιό του, αλλά ο μοναδικός σας σκοπός θα πρέπει να είναι απλά να του διαβεβαιώστε ότι είστε κοντά του. Μιλήστε του μονολεκτικά κάτι σαν: «Είναι ώρα για ύπνο τώρα.» ή «Κοιμήσου τώρα.» Δεν θα ήταν σκόπιμο να το πάρετε αγκαλιά ή να του μιλήσετε πέρα από την καθησυχαστική φράση, διότι αυτή η συμπεριφορά σας θα λειτουργούσε ως ενίσχυση με αποτέλεσμα να παρατείνεται όλη αυτή η διαδικασία. Θα το βάλετε στη κατάλληλη θέση για να κοιμηθεί και θα του πείτε μονολεκτικά «Κοιμήσου τώρα» , δηλαδή δεν ασχολείστε ιδιαίτερα μαζί του (δεν ενισχύετε) και ο σκοπός είναι μόνο να δείξετε στο παιδί ότι βρίσκεστε κοντά. Αυτή η διαδικασία θα επαναληφθεί ώσπου να κοιμηθεί το παιδί.
  • Σε περίπτωση που το παιδί σηκώνεται από το κρεβάτι. Στην αρχή του «προγράμματος» θα ήταν καλό οι γονείς να είναι κοντά στο δωμάτιο του παιδιού έτσι ώστε στην περίπτωση αυτή να μην μπορεί να απομακρύνεται πολύ από το δωμάτιό του. Όταν σηκώνεται λοιπόν το παιδί από το κρεβάτι του, θα το πάρουμε από το χέρι και θα το βάλουμε σιωπηλά πάλι στο κρεβάτι του, ήρεμα αλλά αποφασιστικά. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται ώσπου να κοιμηθεί το παιδί.

Διαταραχή διατήρησης ύπνου

Τι είναι;

Το παιδί ξυπνάει τρεις έως και δέκα φορές κάθε βράδυ, είναι αδύνατο να ξανακοιμηθεί μόνο του χωρίς βοήθεια, πετάγεται με τον παραμικρό θόρυβο και κοιμάται λιγότερες ώρες από το φυσιολογικό.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

  • Μπορούμε να το βοηθήσουμε να ρυθμιστεί καλύτερα το «βιολογικό του ρολόι». Αυτό μπορεί να γίνει με το να μάθει τη διαφορά ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Στην αρχή της ζωής τους, τα μωρά δεν έχουν μάθει να ξεχωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα με συνέπεια κάποια από αυτά να κοιμούνται όλη μέρα μένοντας ξύπνια τη νύχτα. Προσπαθήστε να βοηθήσετε από νωρίς το παιδί σας να μάθει να διαχωρίζει την ημέρα από την ήρεμη νύχτα και έτσι να εγκατασταθεί ο βιολογικός ρυθμός εγρήγορσης και ηρεμίας. Την ημέρα το δωμάτιο να είναι φωτεινό και να έχει τους φυσιολογικούς ήχους της ημέρας. Μην περπατάτε στα νύχια όταν τυχαίνει το παιδί σας να κοιμάται την ημέρα. Όταν ταΐζετε το μωρό σας τη νύχτα, να είστε πολύ σύντομοι χωρίς ιδιαίτερες αγκαλιές και χωρίς πολλά λόγια.
  • Φορέστε του πιτζάμες μόνο την ώρα που πάει για ύπνο.
  • Στα ημερήσια γεύματα να κυριαρχεί ο διάλογος ενώ στα βραδινά / νυχτερινά η ησυχία.
  • Δημιουργήστε τις κατάλληλες συνθήκες ύπνου (σωστή θερμοκρασία, ηρεμία κ.τ.λ.)
  • Βοηθήστε το παιδί να συνδέσει τον ύπνο με κάποιο αντικείμενο που έχει μαζί του τη διάρκεια της νύχτας και απομακρύνετε όλα τα άλλα παιχνίδια από το κρεβάτι του.
  • Όταν το παιδί ξυπνήσει τη νύχτα και σας αναζητά, ελέγξτε πρώτα αν είναι αδιάθετο ή αν έχει λερωθεί. Αν τίποτα από αυτά δεν ισχύει, απλά βάλτε το σε μια άνετη θέση ύπνου χωρίς να του μιλάτε, δίχως να ανάψετε το φως ή να το πάρετε αγκαλιά. Ένα καθησυχαστικό «σσσσς….» είναι αρκετό.
  • Αν το παιδί ξυπνά τη νύχτα και ζητά τροφή. Αν το παιδί ζητά τροφή / γάλα τη νύχτα και οι γονείς το ταΐζουν κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενισχύουν αυτή τη συμπεριφορά και δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο προσφοράς και ζήτησης που μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό. Άμεση συνέπεια είναι η υγρή πάνα από την οποία το παιδί ξυπνά και ξαναπεινάει. Αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί να οδηγήσει σε πολλές ξάγρυπνες νύχτες για τους γονείς αλλά και για το παιδί με αρνητικές επιπτώσεις για τη σωματική και ψυχολογική τους κατάσταση και ακόμη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια ανεπιθύμητη αύξηση βάρους και τερηδόνα του παιδιού. Οι γονείς λοιπόν θα ήταν καλό να βοηθήσουν το παιδί τους να προσαρμοστεί σταδιακά, αλλά σταθερά, σε ένα λειτουργικό ρυθμό εγρήγορσης και χαλάρωσης με το να αντικαταστήσουν το νυχτερινό γεύμα του με λίγο νεράκι, παρά τις τυχόν διαμαρτυρίες του παιδιού.

Όταν το παιδί θέλει να κοιμάται στο κρεβάτι των γονιών

Γιατί συμβαίνει;

  • Πολλοί γονείς δέχονται χωρίς αντιρρήσεις να κοιμάται το παιδί τους στο κρεβάτι τους καθώς τους απαλλάσσει από αναστάτωση και ξενύχτια κατά τη διάρκεια της νύχτας.
  • Μερικοί γονείς που απουσιάζουν πολλές ώρες από το σπίτι κατά τη διάρκεια της ημέρας, έχουν τη λανθασμένη εντύπωση πως αν κοιμηθούν με το παιδί τους, θα αναπληρώσουν, με κάποιον τρόπο, την επαφή τους που έχασαν με αυτό κατά τη διάρκεια της μέρας. Ουσιαστικά δηλαδή κοιμούνται μαζί με το παιδί για την αντιμετώπιση των δικών τους ενοχών.
  • Άλλοι γονείς πάλι, αντί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη σχέση με το σύντροφό τους, βάζουν το παιδί «ανάμεσα τους» και πρακτικά και συμβολικά για να αποφύγουν την αντιμετώπιση και λύση των προβλημάτων στη σχέση τους.
  • Πολλές φορές επίσης, η αρχική «εξαίρεση», π.χ. όταν το παιδί είναι άρρωστο και η μητέρα νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια όταν κοιμάται μαζί με το παιδί της, γίνεται πολύ γρήγορα «κανόνας» και καθημερινότητα και το παιδί διεκδικεί με μεγάλη επιμονή τη θέση στο κρεβάτι των γονέων του.

Γιατί δεν πρέπει να κοιμηθεί το παιδί στο κρεβάτι των γονέων;

  • Στην Αμερική, 50 παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από πνιγμό επειδή κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι με ένα ενήλικο άτομο. Η πλειοψηφία των παιδιών αυτών είναι ηλικίας κάτω των 3ων μηνών.
  • Από έρευνες διαπιστώθηκε ότι το 54% των αιφνίδιων θανάτων βρεφών επέρχεται όταν το μωρό κοιμάται με τους γονείς.
  • Έρευνες έχουν δείξει πόσο σημαντικό είναι για τα παιδιά να κοιμούνται μόνα τους από νωρίς. Ο ύπνος του παιδιού με τους γονείς συμβολίζει τη διατήρηση του αδιαίρετου μεταξύ της μητέρας και του μωρού, το οποίο υπήρχε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, γεγονός που παρεμποδίζει την αυτονομία του παιδιού. Τόσο το παιδί όσο και ο γονέας πρέπει να απογαλακτιστεί, γιατί όταν αφήνουμε ένα παιδί να κοιμάται μαζί μας, τότε του καλλιεργούμε ανασφάλεια και φοβία και το εμποδίζουμε να γίνει ανεξάρτητο και να έχει αυτοπεποίθηση.
 Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς;
  • Οι γονείς θα ήταν καλό να αναρωτηθούν, για ποιους λόγους η αρχική εξαίρεση -να κοιμάται το παιδί στο κρεβάτι των γονιών ή να κοιμάται με τον έναν γονιό και ο άλλος γονιός να κοιμάται στο παιδικό κρεβάτι- μετατράπηκε σε κανόνα.
  • Πρέπει ο γονέας να κάνει μια ειλικρινή συζήτηση με τον εαυτό του και να σκεφτεί αν ίσως ασυνείδητα «τοποθετεί» το παιδί ανάμεσα στο ζευγάρι για να μην αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα που υπάρχει με το σύντροφο ή αν συγχέει την ανάγκη του παιδιού για αγάπη με τη δική του ανάγκη και το χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο για την αγάπη που δε βρίσκει από τον σύντροφό της / του και που την αναζητάει στο παιδί.
  • Πρέπει να συμφωνήσουν και οι δύο γονείς για την «τακτική» που θα ακολουθήσουν και να δουλέψουν μαζί για έναν κοινό στόχο. Ο ένας πρέπει να είναι το στήριγμα του άλλου και αντίστοιχα. Αν ο ένας από τους δυο κοντεύει να υποκύψει, να είναι ο άλλος δίπλα σταθερός για να τον βοηθήσει. Οι γονείς πρέπει να περιμένουν ότι όσο πιο μεγάλο είναι το παιδί και όσο πιο αβέβαιη και ανασφαλής η συμπεριφορά των γονιών, τόσο πιο έντονη θα είναι η αντίδραση του παιδιού.
  • Για αυτόν τον λόγο, οι γονείς πρέπει να είναι απολύτως πεπεισμένοι και έτοιμοι να ενεργήσουν με τον κατάλληλο τρόπο. Κάθε αβεβαιότητα, κάθε δισταγμός, κάθε υποχώρηση κάνουν τη λύση του προβλήματος και για τους γονείς αλλά πιο πολύ για το παιδί, πιο δύσκολη.
  • Οι γονείς πρέπει να είναι σίγουροι ότι το να μην κοιμάται το παιδί τους στο κρεβάτι τους είναι μια σωστή απόφαση που είναι θετική για το παιδί, αλλά και για το ζευγάρι και για όλη την οικογένεια.
  • Πρέπει να εξηγήσουν ήσυχα αλλά οριστικά και αποφασιστικά και με πολλά επιχειρήματα ότι από σήμερα το παιδί θα κοιμηθεί στο δικό του κρεβάτι. Καλό θα ήταν, να γίνει αυτή η συζήτηση το πρωί ενός Σαββάτου έτσι ώστε να υπάρχει ελευθερία χρόνου και οι γονείς να επιδιώξουν τη συμφωνία του παιδιού. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι εφικτό, οι γονείς πρέπει να επιμείνουν και να δείξουν μια σταθερή στάση, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει από το παιδί.
  • Στη συνέχεια ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στην αντιμετώπιση διαταραχών έναρξης του ύπνου.

Νυχτερινός τρόμος

Τι είναι ο νυχτερινός τρόμος;

Ο νυχτερινός τρόμος παρατηρείται στο 8% των παιδιών και εμφανίζεται συνήθως 2 ώρες αφού αποκοιμηθούν. Το παιδί ξυπνά απότομα και σε κατάσταση τρόμου, ουρλιάζει, είναι ιδρωμένο και αναπνέει γρήγορα. Μπορεί να διώχνει τους γονείς μακριά του όταν πηγαίνουν κοντά του και να έχει τα μάτια του ανοιχτά με βλέμμα αφηρημένο και να μουρμουρά ακατανόητες λέξεις. Στην πραγματικότητα όμως, το παιδί δεν είναι ξύπνιο. Τα επεισόδια αυτά διαρκούν από μερικά λεπτά έως και μισή ώρα και την επόμενη μέρα το παιδί δε θυμάται τίποτα από το συμβάν. Οι βραδινοί παροξυσμοί φόβου κάνουν την εμφάνισή τους γύρω στα δύο χρόνια και εμφανίζονται πιο συχνά σε παιδιά ηλικίας μεταξύ πέντε και 12 χρόνων. Το φαινόμενο είναι πιο συχνό σε αγόρια και φαίνεται ότι σε μερικές οικογένειες εμφανίζεται πιο συχνά.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Αφού σιγουρευτούμε ότι δεν υπάρχει κάποιο οργανικό αίτιο για το οποίο πρέπει να απευθυνθούμε στον παιδίατρο, παρηγορούμε το παιδί με καθησυχαστικά λόγια ώστε να ηρεμήσει σύντομα.Πρέπει οι γονείς να συνειδητοποιήσουν ότι στην ουσία το παιδί κοιμάται, όταν έχει ένα επεισόδιο με νυχτερινό τρόμο. Δεν έχει συνείδηση και δεν είναι προσανατολισμένο.

Μην προσπαθήσετε να ξυπνήσετε το παιδί και αποφύγετε να ανάψετε τα φώτα στο δωμάτιο,γιατί θα του προκαλούσε μόνο σύγχυση. Αν υπάρχουν συχνά επεισόδια νυχτερινού τρόμου, μπορεί να γίνεται προγραμματισμένη αφύπνιση του παιδιού περίπου μισή ώρα πριν την ώρα που συμβαίνει συνήθως το επεισόδιο.

Επειδή πιστεύεται ότι ο νυχτερινός τρόμος συνδέεται με την κούραση, θα ήταν καλό να τηρούνται αυστηρά οι ώρες ύπνου.

Εφιάλτες

Τι είναι οι εφιάλτες;

Οι εφιάλτες εμφανίζονται γύρω στην ηλικία των δύο χρόνων και είναι πιο συχνοί μεταξύ 3ων - 4ων ετών- στην ηλικία των ερωτήσεων «γιατί;»- διότι σε αυτή την ηλικία το παιδί αναπτύσσεται γρήγορα και το απασχολούν πάρα πολλά πράγματα από τον κόσμο γύρω του. Είναι η ηλικία των μεγάλων κατακτήσεων της ανάπτυξης, της συναισθηματικής ζωής και της ζωής των σχέσεων με τους άλλους, της ανάπτυξης της προσωπικής αυτονομίας και προσωπικής ταυτότητας του παιδιού. Επίσης σε αυτήν την ηλικία, το παιδί δεν μπορεί να ξεχωρίσει ακόμη το όνειρο από την πραγματικότητα, το πραγματικό από το αληθινό.

Οι εφιάλτες είναι τρομακτικά όνειρα. Το ένα στα τέσσερα παιδιά έχει εφιάλτες περισσότερες από μία φορά την εβδομάδα. Όταν το παιδί έχει δει έναν εφιάλτη, είναι εντελώς ξύπνιο και αναστατωμένο, φωνάζει και μπορεί να θυμάται αυτό που είδε, έστω και αν δυσκολεύεται να το περιγράψει. Το παιδί φοβάται και κλαίει, αλλά είναι προσανατολισμένο και επικοινωνεί σε αντίθεση με τον νυχτερινό τρόμο, όπου συνήθως όταν ξυπνάει, δεν επικοινωνεί άμεσα.

Από τι προκαλούνται;

Ένας εφιάλτης μπορεί να έχει ψυχοσυναισθηματικά αίτια, αλλά μπορεί και να προκαλείται από «καθημερινά» γεγονότα, όπως καινούργιες εμπειρίες και βιώματα. Κυρίως όμως, οφείλεται στην αυξημένη φαντασία του παιδιού, η οποία ακόμη δεν πλαισιώνεται από την κοινή λογική. Τα ερεθίσματα και βιώματα της ημέρας επεξεργάζονται από το παιδί κατά τη διάρκεια της νυχτερινής εγκεφαλικής δραστηριότητας και αναβλύζουν πάλι με τη μορφή ονείρων.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Αντιθέτως με την περίπτωση του νυχτερινού τρόμου, το παιδί όταν έχει δει έναν εφιάλτη και κλαίει, είναι προσανατολισμένο και ξέρει τι του συμβαίνει. Πολλές φορές θυμάται τι είδε στο όνειρό του και χρειάζεται τη βοήθεια των γονέων του για να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το απειλητικό γύρω του και ότι μπορεί να κοιμηθεί με ασφάλεια. Προσπαθήστε να μην παίρνετε το παιδί στο κρεβάτι σας, γιατί έτσι περνάτε το μήνυμα ότι κάτι απειλητικό υπάρχει στο δωμάτιό του και έμμεσα καλλιεργείτε με αυτό τον τρόπο τον φόβο και την ανασφάλεια στο παιδί σας. Αντιθέτως, καθησυχάστε το παιδί σας, με απλές και σύντομες προτάσεις με ήρεμο τόνο, όπως π.χ. «Ηρέμησε.» ή «Όλα είναι καλά, κοιμήσου τώρα.» και στη συνέχεια βάλτε το πάλι σε θέση ύπνου και απομακρυνθείτε.

Υπνοβασία

Tί είναι;

Το παιδί περπατάει ή κάνει διάφορες κινήσεις ενώ κοιμάται – συνήθως με ανοιχτά μάτια, που κοιτούν όμως στο κενό και με ανέκφραστο πρόσωπο. Μπορεί στον ύπνο του να φωνάζει, να κλαίει ή να γελάει είτε να λέει σκόρπιες λέξεις και ακατάληπτες φράσεις.

Όταν υπνοβατεί, το παιδί δεν είναι ξύπνιο και την άλλη μέρα δε θυμάται το συμβάν. Η υπνοβασία παρατηρείται συχνότερα στα αγόρια και στην ηλικία μεταξύ πέντε και δέκα χρονών.

Τα αίτια της υπνοβασίας:

Η υπνοβασία συνήθως δε συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα. Συνδέεται κυρίως με γενετικούς και εξελικτικούς παράγοντες. Οι κρίσεις μπορεί ωστόσο να επιδεινωθούν από ψυχολογικές πιέσεις.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Η υπνοβασία δε θεωρείται μια παθολογική κατάσταση. Οι γονείς πρέπει να παραμένουν ήρεμοι και να μην πανικοβάλλονται. Πρέπει απλά να λάβουν μέτρα ασφάλειας, ώστε το παιδί που υπνοβατεί να μην τραυματιστεί και να το οδηγούν με ασφάλεια στο κρεβάτι του. Δεν πρέπει να το ξυπνούν την ώρα που υπνοβατεί, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η τεχνική της προγραμματισμένης αφύπνισης μισή ώρα πριν από την ώρα που συνήθως το παιδί αρχίζει να υπνοβατεί. Ακόμη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα σύστημα που να ειδοποιεί τους γονείς ότι το παιδί έχει σηκωθεί από το κρεβάτι.

Νυχτερινή ενούρηση

Τι είναι;

Καθώς μεγαλώνει το παιδί η συχνότητα της ούρησης μειώνεται και η δυνατότητα να συγκρατεί τα ούρα του αυξάνεται.

Μιλάμε για νυχτερινή ενούρηση εάν το παιδί βρέχεται τουλάχιστον 2 φορές το μήνα μετά από τα 5 χρόνια του (DSMIV). Πρόκειται για ένα σύμπτωμα που αφορά το 10 – 15 % των παιδιών 6 – 7 χρονών με μια σαφή υπεροχή των αγοριών (2 προς 1 ) σε σχέση με τα κορίτσια.

Η πρωτοπαθής ενούρηση αφορά παιδιά που δεν έχουν αποκτήσει ποτέ τον έλεγχο της ουροδόχου κύστης και αποδίδεται κυρίως σε βιολογικούς και γενετικούς παράγοντες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η πρωτοπαθής ενούρηση οφείλεται σε βιολογικούς - γενετικούς παράγοντες και θεωρείται καθυστέρηση της ωρίμασης.

Η δευτεροπαθής ενούρηση αφορά παιδιά που είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της ουροδόχου κύστης και εμφανίζουν ενούρηση, συνήθως μετά από ένα σημαντικό για τον μικρόκοσμο του παιδιού γεγονός (π.χ. τη γέννηση ενός αδελφού, το ξεκίνημα ή η επιστροφή στο σχολείο, προβλήματα στη σχέση των γονέων κ.τ.λ.).

Τα αίτια της νυχτερινής ενούρησης:

Μεγάλο ρόλο όσον αφορά στα αίτια της πρωτοπαθούς νυχτερινής ενούρησης παίζει η κληρονομικότητα: όταν οι δύο γονείς ήταν ενουρητικοί, τα παιδιά τους έχουν πιθανότητες έως και 70 % να παρουσιάσουν το ίδιο πρόβλημα, ενώ όταν το πρόβλημα της ενούρησης ταλαιπωρεί τον ένα γονέα, τότε το ποσοστό κυμαίνεται στο 40 %. Από έρευνες έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά στις περιπτώσεις κληρονομικότητας σταματούν την ενούρηση περίπου στην ίδια ηλικία που σταμάτησαν και οι γονείς τους.

Πέρα από την κληρονομικότητα και ειδικά σε περιπτώσεις δευτεροπαθούς ενούρησης τα αίτια της νυχτερινής ενούρησης ενός παιδιού χρίζουν εξέτασης κατά περίπτωση.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα οι γονείς ;

Οι γονείς πρέπει να έχουν υπ’ όψιν τους ότι για ένα διάστημα έως και δώδεκα μήνες αφότου άρχισε το παιδί να χρησιμοποιεί την τουαλέτα, είναι αναμενόμενο να βραχεί κάποιες φορές ή και κάθε νύχτα. Επίσης, αν το παιδί είναι δραστήριο, ακολουθεί κανονικά το πρόγραμμά του (π.χ. παιδικός σταθμός, παιχνίδι, φαγητό) και δεν παρουσιάζει συμπεριφορές που ανησυχούν τους γονείς, η περιοδική νυχτερινή, αλλά και η περιστασιακή πρωινή ενούρηση μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, δεν πρέπει να τους προβληματίζει. Εάν το παιδί εμφανίζει νυχτερινή ενούρηση μετά την ηλικία των 6 χρόνων, οι γονείς πρέπει σαν πρώτο βήμα να απευθυνθούν στον παιδίατρό τους. Όταν έχουν αποκλειστεί οργανικά αίτια, τότε θα ήταν καλό οι γονείς να απευθυνθούν σε έναν ειδικό (ψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο) και να συμβουλευτούν για την αντιμετώπιση της νυχτερινής ενούρησης.

Η κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά διότι στην εμφάνιση και στην ορθή αντιμετώπιση της νυχτερινής ενούρησης πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν πολλοί παράγοντες, όπως η ηλικία του παιδιού καθώς και η προσωπικότητά του, τυχόν ψυχολογικές πιέσεις, φοβίες και ανησυχίες του, οι σχέσεις των μελών της οικογένειας καθώς και η οικογενειακή κατάσταση και οι συνθήκες ζωής γενικότερα, έτσι ώστε να βρεθεί η σωστή αντιμετώπιση για το συγκεκριμένο παιδί. Ειδικά στην περίπτωση της δευτεροπαθούς ενούρησης δεν είναι δυνατόν να περιοριστούμε αποκλειστικά στο «σύμπτωμα ενούρηση», αλλά θα πρέπει να διερευνηθούν τα βαθύτερα αίτια του συμπτώματος αυτού.

Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να φέρουν θετικό αποτέλεσμα τα παρακάτω :

  • Μη μαλώνετε ή ειρωνεύεστε το παιδί όταν παρουσιάζει νυχτερινή ενούρηση για να μην του δημιουργήσετε ενοχές.
  • Δώστε του κίνητρα επιβράβευσης για κάθε στεγνή νύχτα ώστε να ενισχύσετε τη θέλησή του να μη βρέξει το κρεβάτι του. Μπορείτε π.χ. πάνω σε έναν πίνακα να τοποθετείτε αστεράκια για κάθε «στεγνή» νύχτα και όταν τα αστεράκια συμπληρώσουν έναν αριθμό που έχει συμφωνηθεί από πριν, το παιδί κερδίζει ένα «βραβείο – δώρο».
  • Μάθετε το παιδί σας να εξασκείται στον έλεγχο της ούρησης με το να αυξάνει το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις ουρήσεις της ημέρας.
  • Μη σηκώνετε το παιδί σας σε αυθαίρετες ώρες τη νύχτα για να πάει τουαλέτα, γιατί με αυτόν τον τρόπο αντί να βοηθήστε το παιδί, διαιωνίζεται το πρόβλημα διότι το παιδί δεν εκπαιδεύεται στο να αντιλαμβάνεται τα ερεθίσματα της γεμάτης κύστης και η ίδια η κύστη δε μαθαίνει σε μεγαλύτερηχωρητικότητα. Αντιθέτως, ελέγξτε μέχρι ποια ώρα μπορεί να κρατηθεί τη νύχτα (π.χ. ως τις 5 το πρωί ) και σηκώστε το συστηματικά 30 λεπτά πριν από αυτήν την ώρα. Σταδιακά προσπαθήστε να φέρετε αυτή την ώρα αργά και σταδιακά κοντά στην ώρα που ξυπνά το παιδί φυσιολογικά για να πάει στο σχολείο του.
  • Φροντίστε ώστε το παιδί να μπορεί να πάει εύκολα στην τουαλέτα το βράδυ αν χρειαστεί (π.χ. αφήστε αναμμένο κάποιο φως όλη τη νύχτα)
  • Μάθετε το παιδί να πηγαίνει στην τουαλέτα με πρόγραμμα (π.χ. κάθε δύο ώρες) και να χαλαρώνει και να μην βιάζεται κατά τη διάρκεια της ούρησης.
  • Αφού ο ειδικός το θεωρεί σκόπιμο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια συσκευή αφύπνισης,η οποία ενεργοποιείται μόλις το παιδί αρχίσει την ενούρηση στον ύπνο του. Έτσι το παιδί θα ξυπνά και θα ολοκληρώνει την ούρησή του στην τουαλέτα χωρίς να βρέχει (πολύ) το κρεβάτι του. Με τη συσκευή αφύπνισης αναφέρεται ποσοστό επιτυχίας 68%. Σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει βελτίωση μετά από δύο εβδομάδες ενώ σε άλλες μετά από μερικούς μήνες.
  • Στην κλινική πράξη έχει αποδειχτεί επίσης ιδιαίτερα αποτελεσματική η εφαρμογή της τεχνικής της αυθυποβολής.Πριν κοιμηθεί το παιδί το διδάσκουμε να φανταστεί ένα μέρος εντελώς στεγνό και να πει μέσα του φράσεις όπως: «παραμένω στεγνός», «είμαι δυνατός» και « έχω τον έλεγχο».

Παραπάνω αναλύθηκαν αρκετές μορφές διαταραχών του ύπνου στα παιδιά. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι οι διάφορες διαταραχές στον ύπνο των παιδιών, είναι φαινόμενα που μπορούν με τις κατάλληλες τεχνικές με σωστούς χειρισμούς, να αντιμετωπιστούν με επιτυχία. Οι γονείς απλώς θα πρέπει να είναι υπομονετικοί και ταυτόχρονα σταθεροί και να μην υποκύπτουν ούτε στις απαιτήσεις των παιδιών τους, αλλά ούτε στον λιγότερο κουραστικό γι΄αυτούς τρόπο. Αν οι γονείς θέλουν να έχουν θετικά αποτελέσματα, μόνιμα και όχι προσωρινά, τότε χρειάζεται να επέμβουν με τρόπο που να συνδυάζει τρυφερότητα, υπομονή και επιμονή.

Τα όρια στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών

Από τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί, οι γονείς βάζουν συνεχώς όρια γύρω του για να το προστατέψουν, χωρίς να κάνουν δεύτερη σκέψη για αυτό. Είναι αυτονόητο. Περιορίζουν τον εξωτερικό κόσμο για να μην εισχωρήσει στον κόσμο του παιδιού περισσότερο από όσο θεωρούν σωστό και αναγκαίο για την εξασφάλιση της σωματικής και ψυχικής ασφάλειάς του. Οριοθετούν τον χώρο του και το προστατεύουν από το κρύο και τη ζέστη και γενικότερα από καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνδυνο για το παιδί. Βάζουν όμως και όρια στον εσωτερικό του κόσμο, φροντίζοντας να μην πεινάσει ή διψάσει και να είναι καθαρό.

Συνήθως οι γονείς δε συνειδητοποιούν ότι βάζουν όρια από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο το παιδί τους και για όσο διάστημα είναι παθητικό και δεν αμφισβητεί τα όρια αυτά.

Όσο μεγαλώνει το παιδί όμως, αρχίζει σιγά – σιγά τα αμφισβητεί γιατί τα «θέλω» του έρχονται σε σύγκρουση με τα «μπορώ» του και τα «θέλω» των γονέων του. Τότε πολλοί γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια στο παιδί τους ή βάζουν όρια, αλλά αδυνατούν να είναι σταθεροί στην τήρησή τους. Μεγαλώνοντας, το παιδί διεκδικεί όλο και περισσότερο να ορίζει και να κατευθύνει τη ζωή του, να δοκιμάζει καινούριες καταστάσεις και να βιώνει δικές του εμπειρίες χωρίς την καθοδήγηση των γονέων, πράγμα το οποίο φτάνει στον πιο έντονο βαθμό του κατά την περίοδο της εφηβείας. Πολλοί γονείς νιώθουν ανασφάλεια για το πόσο στενά πρέπει να είναι τα όρια που θα θέσουν στο παιδί τους, πόσο πρέπει να υποχωρήσουν και πότε πρέπει να αφήσουν το παιδί τους να κάνει τα δικά του βήματα.

Σε τι χρησιμεύουν τα όρια στη διαπαιδαγώγηση;

Τα όρια είναι εργαλεία που χρησιμοποιούμε για να «χτίσουμε» σχέσεις συνεργασίας, για να γνωστοποιούμε στα παιδιά τι θέλουμε καθώς επίσης και τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν προκειμένου να μπορέσουν να πάρουν αυτό που θέλουν. Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς είναι αυτό που βοηθά το παιδί να κατανοήσει τους κανόνες και τις προσδοκίες των γονέων του επομένως σχετίζεται με τη διδασκαλία και όχι με την τιμωρία.

Τι αντίκτυπο έχουν τα όρια που βάζουν οι γονείς στα παιδιά;

  • Τα παιδιά αισθάνονται ανασφάλεια και για να νιώσουν ασφαλή, θέλουν να ξέρουν ότι βρίσκονται υπό την προστασία και την καθοδήγηση των γονέων τους. Με τη θέσπιση ορίων μέσα σε ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο καλλιεργείται η υπευθυνότητα του παιδιού, τα παιδιά θα μπορέσουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να πειραματιστούν, έχοντας τους γονείς ως σημείο αναφοράς, ώστε αργότερα να αυτονομηθούν, να νιώθουν ικανά να επιλύουν προβλήματα και να έχουν τον έλεγχο του εαυτού τους. Τα όρια μπορεί να είναι περιορισμοί που εξοργίζουν κάποιες φορές το παιδί, αλλά παράλληλα λειτουργούν σαν πύλες που πίσω τους νιώθει ασφαλές.
  • Τα όρια αφήνουν περιθώρια στο παιδί να αλλάξει τη συμπεριφορά του έτσι ώστε να καταφέρει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και επικεντρώνονται στο να δημιουργούν και να προσφέρουν πιο εποικοδομητικές επιλογές. Σε αντίθεση με αυτό, οι τιμωρίες και οι απειλές επικεντρώνονται στην αρνητική συμπεριφορά και αποσκοπούν στην διακοπή της, χωρίς να δείχνουν στο παιδί μια εναλλακτική επιλογή η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.
  • Άπειρες μελέτες έχουν δείξει, ότι τα παιδιά στα οποία οι γονείς θέτουν σταθερά όρια που δεν περιορίζουν τις ευκαιρίες για πειραματισμό και επιτρέπουν την αυθόρμητη έκφραση, έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, είναι ανεξάρτητα και υπεύθυνα.
  • Το παιδί, ναι μεν δοκιμάζει τα όρια, όχι όμως για να προκαλέσει τους γονείς ή να «περάσει το δικό του», αλλά γιατί η παρόρμησή του να ξεπεράσει το όριο είναι δυνατή και θέλει να εξετάσει κατά πόσο το όριο εξακολουθεί να ισχύει.

Ποιες είναι οι συνέπειες στην οικογένεια και στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της, όταν οι γονείς οριοθετούν τα παιδιά τους;

  • Όταν οι γονείς βάζουν σταθερά όρια στα παιδιά τους και τα παιδιά ξέρουν τι επιτρέπεται, κάτω από ποιες συνθήκες και τι απαγορεύεται, μακροπρόθεσμα μειώνονται κατά πολύ οι διαμάχες μεταξύ γονέα και παιδιού και ελαχιστοποιούνται εκδηλώσεις δυσπροσάρμοστης συμπεριφοράς (γκρίνιες, εκρήξεις θυμού) του παιδιού. Αυτό συμβαίνει διότι το παιδί δε θα κάνει κάτι που ξέρει ότι δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ξέρει δηλαδή ότι όσο και να «γκρινιάζει», δε θα πάρει τη σοκολάτα που θέλει και ξέρει και το γιατί. Μια συμπεριφορά που επανειλημμένα δεν είχε θετικό αποτέλεσμα στο παρελθόν (με την γκρίνια δεν πήρε τη σοκολάτα) μακροπρόθεσμα δε θα επαναληφθεί. Κατά καιρούς βέβαια θα γίνονται «δοκιμές» γιατί το παιδί θα εξετάζει αν εξακολουθεί να ισχύει το όριο αυτό.
  • Όταν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια στην οικογένεια, μειώνεται και η πιθανότητα συναισθηματικού ξεσπάσματος θυμού ή απογοήτευσης των γονέων, γιατί λειτουργούν συνειδητά ανάλογα με τα όρια που έχουν βάλει και έτσι προλαβαίνουν κατά πολύ συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις.
  • Η κατάλληλη οριοθέτηση επιτρέπει τις θετικές και τις αρνητικές επιπτώσεις να υπάρχουν σε ένα μη τιμωριτικό περιβάλλον, γιατί οι αρνητικές συνέπειες είναι απλά η απουσία των θετικών επιπτώσεων μιας επιλογής που έκανε το παιδί. Έτσι π.χ. αν δεν κάνει την εργασία του, δε θα πάει βόλτα.
  • Γενικά, σε μια πετυχημένη οριοθέτηση, όλοι είναι κερδισμένοι („win-win”) γιατί οι γονείς έχουν περάσει στο παιδί κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να έχει αυτό που θέλει και έτσι υπάρχει μέσα σε ένα κλίμα σεβασμού μια ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες των γονέων και τις ανάγκες του παιδιού. Επίσης μαθαίνουν όλα τα μέλη της οικογένειας να βλέπουν μια κατάσταση από την οπτική γωνία του άλλου. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε μια ευελιξία σκέψης και μακροπρόθεσμα σε μια πιο σφαιρική αντίληψη.

Ποιες είναι οι συνέπειες για το παιδί αν δεν υπάρχουν όρια στην οικογένεια;

  • Τα παιδιά που τους επιτρέπεται να κάνουν τα πάντα σε οποιαδήποτε στιγμή, δε μαθαίνουν υποχώρηση, εκτίμηση, συμβιβασμό, αλλά και σεβασμό προς τον άλλο. Όταν θα βρίσκονται με άλλα παιδιά, δε θα ξέρουν πώς να μοιράζονται ούτε και να παίζουν μαζί τους επί ίσοις όροις. Έτσι, το παιδί δεν αποκτά τις ικανότητες που θα του επιτρέψουν να βρίσκεται με άλλους αν αυτοί δεν έχουν αποκλειστικό τους σκοπό την ικανοποίηση των δικών του αναγκών.
  • Ένα παιδί που δε γνωρίζει όρια και δε μαθαίνει να τα τηρεί είναι ανασφαλές, αποπροσανατολίζεται εύκολα από κάθε είδους ερεθίσματος, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί στους στόχους του και βιώνει συχνά την απόρριψη και τις συνεχείς αποτυχίες.
  • Τα περισσότερα παιδιά που δεν έχουν ακούσει το «όχι» από τους γονείς τους δυσκολεύονται επίσης να κάνουν πραγματικούς φίλους, γιατί περιμένουν από τους άλλους να ικανοποιούν τις ανάγκες τους και επιπλέον δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν οτιδήποτε έχουν, γιατί το θεωρούν δεδομένο.
  • Μια άλλη αρνητική συνέπεια απουσίας ορίων στην οικογένεια αποτελεί το γεγονός ότι αν στο σπίτι δεν υπάρχουν σαφή όρια και κανόνες, το παιδί δύσκολα δέχεται τη ύπαρξή τους στο σχολείο και στην κοινωνία.
  • Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στο παιδί τους, το εμποδίζουν να γίνει ανεξάρτητο και υπεύθυνο και παράλληλα καλλιεργούν την αίσθηση της παντοδυναμίας, η οποία το οδηγεί μακροπρόθεσμα σε πολλές απογοητεύσεις στον κόσμο έξω από την οικογένεια όπου δε θα μπορεί να τις χειριστεί, καθώς πάντα τις χειρίζονταν άλλοι αντί γι’ αυτό.

Ποιες επιπτώσεις έχει η έλλειψη ορίων στους γονείς;

  • Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στα παιδιά τους και τα αφήνουν να κάνουν ό,τι θέλουν και όποτε θέλουν ή βάζουν όρια τα οποία δεν είναι σταθερά, αυξάνεται σταδιακά η έντασή τους και η συναισθηματική τους φόρτιση και συνεπώς κινδυνεύουν να πέφτουν σε παρορμητικές, υπερβολικές και δυσανάλογες τιμωρίες.
  • Επίσης αυξάνεται σταδιακά όλο και περισσότερο η ανεκτικότητά τους και δέχονται όλο και πιο πολύ τις παραβάσεις ορίων ή τις ακατάλληλες απαιτήσεις του παιδιού τους.
  • Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να κινδυνεύουν να χρησιμοποιούν συναισθηματικού τύπου απειλές («η μαμά θα πεθάνει») για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις οι οποίες έχουν φύγει από τον έλεγχό τους.

Πώς πρέπει να βάλουμε τα όρια;

Οι γονείς πρέπει:

  • Για να μπορεί ο γονέας να είναι σταθερός, θα πρέπει να είναι ο ίδιος σίγουρος ότι αυτό που κάνει είναι το σωστό. Διαφορετικά, δεν έχει αρκετή πειθώ και το μήνυμα που λαμβάνει το παιδί είναι συγκεχυμένο.
  • Οι γονείς πρέπει να λειτουργούν ως ομάδα για να αποφύγουν το «παιχνίδι του καλού και του κακού» έχοντας κοινή τακτική στη συμπεριφορά τους και να μην επιτρέπουν στο παιδί να χειρίζεται τον έναν για να πετύχει αυτό που θέλει και να κάνει τον άλλον να μοιάζει «κακός». Με σταθερότητα στην κοινή απόφαση και την κοινή αντιμετώπιση δείχνουν και στα παιδιά ότι ενδιαφέρονται και οι δύο το ίδιο και ότι έχουν την ίδια γνώμη, πείθουν ευκολότερα τα παιδιά να προβληματιστούν με το περιεχόμενο της κατάστασης που έχει προκύψει και όχι με το ποιον θα πάρουν με το μέρος τους. Με αυτήν την τακτική, οι γονείς αποτελούν ταυτόχρονα πρότυπο για τα παιδιά τους, για σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαιότητας και δεν περνούν μηνύματα αντιπαλότητας, μυστικών και συμμαχιών μέσα στην οικογένεια.

Τα «καλά» όρια χαρακτηρίζονται από:

1. Σταθερότητα

  • Τα όρια πρέπει να είναι σταθερά και να τηρούνται πάντα αλλιώς, τα παιδιά δε συνδέουν τις πράξεις τους με τις συνέπειες και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτές, αλλά με τη διάθεση και τη δυσθυμία των γονέων. Θέτοντας σταθερά όρια στο παιδί, οι γονείς καλλιεργούν μακροπρόθεσμα ένα κλίμα ασφάλειας και σιγουριάς στη σχέση του με τους γονείς, γιατί το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να βασίζεται σε αυτούς και να τους έχει ως σταθερό σημείο αναφοράς. Μακροπρόθεσμα το κέρδος για το ίδιο το παιδί είναι ότι υιοθετεί την υπευθυνότητα, η οποία το καθιστά ικανό να θέτει τα δικά του όρια, να λαμβάνει αποφάσεις αυτόβουλα και γενικότερα να καθορίζει το ίδιο τον εαυτό του.
  • Αν τα όρια δεν είναι σταθερά και το παιδί μαθαίνει ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπορεί να τα παρακάμψει, οι γονείς κάνουν μελλοντικά την κάθε «προσπάθεια» θέσπισης ορίων πιο επώδυνη για τους ίδιους αλλά και για το παιδί τους. Αφού το παιδί έχει την εμπειρία ότι είναι μέσα στις δυνατότητές του να ξεπεράσει το όριο που έχουν βάλει οι γονείς του, αρκεί να ασκεί μεγάλη πίεση, θα προσπαθήσει με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και επιμονή να το πετύχει και την επόμενη φορά. Για αυτό, οι γονείς δεν πρέπει να «προσπαθήσουν» να βάλουν όρια, αλλά να είναι πεπεισμένοι και αποφασισμένοι να το κάνουν. Αυτή την εσωτερική στάση θα την περάσουν και στο παιδί τους, το οποίο με τη σειρά του αποδέχεται την κατάσταση πιο εύκολα.
  • Ακόμα με τη σταθερή θέσπιση κανόνων, οι γονείς δεν πρέπει να περιμένουν άμεσα την απόλυτη τήρησή τους από το παιδί. Το παιδί θα δοκιμάσει για αρκετό καιρό αν όντως ισχύει το όριο αυτό όπως θα δοκίμαζε αν είναι γερά και αντέχουν τα μεταφορικά «κάγκελα» που είναι οι γονείς στη «σκάλα ανάπτυξης» του παιδιού. Επίσης οι γονείς πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους ότι ένα παιδί δεν έχει την ίδια συναισθηματική ωριμότητα και την ίδια αναπτυγμένη λογική σκέψη όπως ένας ενήλικας αλλά ούτε και πολλές εμπειρίες ζωής. Το παιδί θα δοκιμάσει πολλές φορές να κάνει αυτό που το ικανοποιεί και θα προσπαθήσει άπειρες φορές να ξεπεράσει τα όρια που του έχουν βάλει οι γονείς του, γιατί λειτουργεί περισσότερο παρορμητικά και συναισθηματικά. Ακόμα, στις πρώτες εφαρμογές των ορίων τα παιδιά πιθανότατα θα αντιδράσουν πιο έντονα από πριν – θα φωνάξουν , θα κλάψουν και θα επιστρατεύσουν κάθε άσχημο χειρισμό που έχουν στη διάθεσή τους εναντίον των γονέων και θα ξεστομίσουν λόγια τα οποία ξέρουν ότι πληγώνουν («Δε σε αγαπώ καθόλου», «Θα πάω να βρω άλλη μαμά»). Βέβαια, δεν εννοούν τίποτα από αυτά που λένε, ούτε είναι σε ένα τέτοιο ξέσπασμα σε θέση να ακούσουν τους γονείς τους ή να συζητήσουν το θέμα. Για αυτόν τον λόγο θα ήταν καλό οι γονείς να αδιαφορήσουν για τη συμπεριφορά τους και να το συζητήσουν μόλις έχει ηρεμήσει η κατάσταση. Στην αντίθετη περίπτωση το μόνο που θα πετύχουν οι γονείς είναι να παρατείνουν την ένταση, γιατί η άμεση είσπραξη της προσοχής των γονέων του, λειτουργεί ως ισχυρή ενίσχυση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς του παιδιού.

2. Διαύγεια

  • Τα όρια πρέπει να είναι ξεκάθαρα, συγκεκριμένα και να εκφράζονται με ευκρίνεια. Το παιδί πρέπει να ξέρει ακριβώς ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και ποια δεν είναι καθώς και πότε, πώς και κάτω από ποιες συνθήκες, περιμένουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οι γονείς πρέπει να εξηγήσουν το συγκεκριμένο όριο που θέτουν στο παιδί όταν έχουν καλή επαφή μαζί του και όχι τη στιγμή που αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο θέμα. Πρέπει να είναι ήρεμοι ,να φροντίζουν να έχουν την προσοχή του παιδιού και να μην υπάρχει ένταση ή ερεθίσματα που μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή του.  Παράδειγμα:
    «Θα σου διαβάσω το παραμύθι αν έχεις βάλει τις πιτζάμες σου και έχεις πλύνει τα δόντια σου μέχρι τις οχτώ η ώρα. Μετά από αυτό δυστυχώς δεν μπορώ να σου διαβάσω το παραμύθι, γιατί θα έχει έρθει η ώρα να κοιμηθείς.»
  • Στη θέσπιση ορίων, οι γονείς πρέπει να συμπίπτουν τα μη λεκτικά με τα λεκτικά μηνύματα, γιατί αλλιώς το παιδί παίρνει ένα «διπλό μήνυμα» που το συγχέει και που κάνει τη συνεργασία σας πιο δύσκολη. Διπλά μηνύματα λαμβάνει το παιδί όταν ο γονέας π.χ. εκφράσει κάποιο όριο με διστακτική φωνή, με ερωτηματικό ή μη σιγουριά, αν η στάση του σώματός του εκπέμπει ανασφάλεια ή αν δεν κοιτάζει το παιδί, αλλά κάποιο άλλο άτομο για «συμπαράσταση».
  • Όταν οι γονείς βάζουν όρια, πρέπει να τηρούν την αρχή του «εδώ και τώρα» χωρίς αναφορές στο παρελθόν και χωρίς προφητείες για το μέλλον, όπως π.χ. «Και στα προηγούμενα γενέθλια χτυπούσες τα παιδιά» ή «Ποτέ δε θα το μάθεις αυτό».

3. Όλοι βγαίνουν κερδισμένοι («win-win»)

  • Τα όρια λαμβάνουν υπ΄ όψιν τους και σέβονται τις ανάγκες όλων των ατόμων που τα αφορούν. Οι γονείς πρέπει να έχουν ως αρχή να βρίσκουν λύσεις, ώστε και οι ίδιοι αλλά και το παιδί να παίρνουν αυτό που θέλουν όπου αυτό είναι δυνατόν ή να βρίσκουν εναλλακτικές λύσεις.
    Παράδειγμα:
    Ο γονέας θα μπορούσε να επιτρέψει στο παιδί να χρησιμοποιήσει το στερεοφωνικό αφού του δείξει ότι ξέρει να το χειρίζεται σωστά και να συμφωνήσουν κάτω από ποιες συνθήκες (π.χ. σε παρουσία του γονέα) μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Η θέσπιση ορίου πρέπει να συμπεριλαμβάνει επίσης τη γνωστοποίηση των συνεπών μη- τήρησής του ορίου, οι οποίες είναι συνήθως απλά η απουσία θετικών συνεπειών, όπως π.χ. η στέρηση του στερεοφωνικού.

4. Πρόληψη

Τα όρια πρέπει να τίθενται ώστε να προλαμβάνουν προβλήματα και καταστάσεις πριν εμφανιστούν ή πριν χειροτερέψει κάποια κατάσταση.

Παράδειγμα:

«Τώρα που θα πάμε στο πάρτι του Γιωργάκη, περιμένω να ...... Αν θα ….. δυστυχώς θα πρέπει να φύγουμε από το πάρτι.»

5.Είναι θετικά

Αποτελεσματικά όρια εκφράζονται με θετικό τρόπο και επικεντρώνονται σε θετικά αποτελέσματα. Εκφράζονται ως υποσχέσεις, προειδοποιήσεις και πληροφορίες και όχι ως απειλές.

Παράδειγμα:

«Αν μαζέψεις τα πράγματα στο δωμάτιό σου ως τις 7 η ώρα, θα έχουμε χρόνο να πάμε μια βόλτα στην πλατεία».

6. Συνέπεια

Επιτρέπουμε μια θετική συνέπεια να συμβεί μόνο όταν το παιδί κάνει αυτό που έχουμε συμφωνήσει / ορίσει.

7. Όρια ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, το στάδιο ανάπτυξής του και ανάλογα με τον χαρακτήρα του.

  • Τα πολύ μικρά παιδιά (ως 2 ετών περίπου) δρουν κυρίως αυθόρμητα και συναισθηματικά. Δεν έχουν τη γνωστική ωρίμανση να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες των πράξεών τους, δεν μπορούν να δουν μια κατάσταση από την οπτική γωνία του άλλου και δεν μπορούν να αναθεωρήσουν τις πράξεις τους και να τις τροποποιήσουν όταν έλκονται από κάτι. Σε αυτήν την ηλικία, σε μια «ήπια» ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού (π.χ. ελαφρύ σπρώξιμο άλλου παιδιού), η πιο αποτελεσματική αντίδραση είναι η άμεση καθοδήγηση στην επιθυμητή λύση. Ήδη το άλλο παιδί έχει εκφράσει δυσφορία – κάτι που ένα παιδί καταλαβαίνει άμεσα. Αυτό που δεν του είναι κατανοητό είναι το γιατί αυτό το παιδί αντέδρασε κλαίγοντας- μιας και ο σκοπός ήταν η διασκέδαση. Ο γονέας καλό θα ήταν σε αυτήν την περίπτωση, να δείξει στο παιδί πώς θα ήταν μια εναλλακτική, θετική συμπεριφορά, π.χ. να χαϊδέψει το άλλο παιδί αντί να το σπρώξει.
    Σε επικίνδυνες συμπεριφορές (σκαρφάλωμα σε έπιπλα, εσκεμμένο δυνατό δάγκωμα) ο γονέας πρέπει να πάρει ένα σοβαρό ύφος, να εμποδίσει την επικίνδυνη συμπεριφορά ή να τη διακόψει με αποφασιστικότητα, λέγοντας ένα σοβαρό «όχι» και στη συνέχεια να καθοδηγήσει το παιδί σε μια επιθυμητή συμπεριφορά που κατά προτίμηση είναι μια παραλλαγή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.
  • Σε παιδιά από 2 ετών η θέσπιση ορίων πρέπει να συνοδεύεται πάντα από μια εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους τίθενται.Από 2 1/2 ετώνένα παιδί έχει μεγαλύτερη αίσθηση των συνεπειών των πράξεών του και μαθαίνει να ελέγχει τη συμπεριφορά του, να δέχεται κανόνες, να εκφράζει με υγιή τρόπο τα συναισθήματά του, να είναι σε θέση να αποφύγει κινδύνους και γενικότερα να γίνεται πιο υπεύθυνο.
  • Όσο μεγαλώνει το παιδί, τα όρια πρέπει να προσαρμόζονται συνεχώς στο αναπτυξιακό του επίπεδο και να σχετίζονται με τις δυνατότητες που έχει αποκτήσει. Οι γονείς πρέπει να φροντίσουν να δημιουργούν όλο και μεγαλύτερα πλαίσια με τα όριά τους στα οποία να κάνει το παιδί επιλογές ανάλογα με την ηλικία του, έτσι ώστε να είναι σε θέση στην εφηβεία να πάρει σωστές αποφάσεις και να κάνει επιλογές εποικοδομητικές για τη ζωή του.
  • Τα όρια πρέπει να είναι λογικά και όχι υπερβολικά και δεν πρέπει να εμποδίζουν το παιδί στην ανάπτυξη του («όρια στα όρια»). Επίσης οι γονείςπρέπει να αναρωτηθούν αν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια ιδιοτροπία τους που πρέπει να αναθεωρήσουν.
  •  Όρια ανάλογα με τη «σοβαρότητα» της κατάστασης
    Οι γονείς καλούνται να οριοθετήσουν συμπεριφορές του παιδιού που διαφέρουν στην ένταση, στη σοβαρότητα και στον αντίκτυπο που έχουν στο περιβάλλον και στην εξέλιξή του. Κάποιες συμπεριφορές του παιδιού μπορεί να καταλήγουν σε επικίνδυνες καταστάσεις για το ίδιο το παιδί ή για άλλα άτομα. Άλλες αντιδράσεις μπορεί να φέρουν αναστάτωση μέσα στην οικογένεια και με άλλες μπορεί να διεκδικεί υπερβολικά δικαιώματα για την ηλικία του ή ένα δυσανάλογο ρόλο μέσα στο «σύστημα οικογένεια». Πρέπει λοιπόν οι γονείς να ιεραρχούν τα ζητήματα ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και τη λειτουργία της οικογένειας και να θέτουν τα όρια ανάλογα.

Αποτελεσματική μέθοδος στη θέσπιση ορίων : «Οι λογικές συνέπειες»

Σε ένα θετικό συναισθηματικό κλίμα δίνουμε, ανάλογα με την ηλικία και τη συναισθηματική κατάσταση, στο παιδί επιλογές για να αποφασίσει, προειδοποιώντας το για τις λογικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν και το αφήνουμε να υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του για τη συγκεκριμένη μέρα.

Παράδειγμα: Σχολικές εργασίες

Το παιδί έχει την

«Επιλογή Α» = Κάνει τις σχολικές εργασίες του σε μια συγκεκριμένη ώρα.

Συνέπειες της επιλογής Α :

  • Αναγνώριση και επιβράβευση από τους γονείς και από τους δασκάλους
  • Αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους συμμαθητές
  • Ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι

Και την

«Επιλογή Β» = ΔΕΝ κάνει τις σχολικές του εργασίες στη συγκεκριμένη ώρα

Συνέπειες της επιλογής Β :

Απουσία επιβράβευσης από τους γονείς και από τους δασκάλους
Μειωμένη αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους συμμαθητές         
Ενδεχομένως αποδοκιμασία από τους δασκάλους
Επιπλέον εργασίες για την επόμενη μέρα

Το παιδί επιλέγει την επιλογή Α ή Β γνωρίζοντας τις συνέπειες της κάθε επιλογής. Σε αντίθεση με την τιμωρία το παιδί είναι υπεύθυνο για τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες που ακολουθούν και δεν είναι οι γονείς που του τις επιβάλλουν γιατί έχουν την «εξουσία».

Αποτέλεσμα είναιτο παιδί να γίνεται υπεύθυνο αφού μαθαίνει να επιλέγει και να δέχεται τη σχέση πράξης και συνέπειας.

Προϋποθέσεις για την ορθή εφαρμογή αυτής της μεθόδου αποτελεί η θετική πρόθεση και όχι η εκδικητικότητα καθώς και η συνέπεια και η σταθερότητα στην εφαρμογή της. Οι συνέπειες πρέπει επίσης να σχετίζονται λογικά με τις πράξεις του παιδιού και να μην είναι άσχετες με αυτές.

Παρόλο το υψηλό ποσοστό αποτελεσματικότητας αυτής της μεθόδου πολλοί γονείς δυσκολεύονται στην εφαρμογή της. Διακατέχονται από μια διάχυτη ανάγκη να «προστατεύουν» τα παιδιά τους από δυσάρεστες για αυτά συνέπειες των πράξεών τους. Έτσι π.χ. τα «κυνηγούν» για να κάνουν τις σχολικές τους εργασίες και τις κάνουν δικές τους υποχρεώσεις, στην προσπάθειά τους να φανεί το παιδί τους καλός μαθητής και να μην υποστεί τις αρνητικές συνέπειες (π.χ. την παρατήρηση της δασκάλας) της επιλογής του. Μακροπρόθεσμα γίνονται «μάνατζερ» των παιδιών τους και τους στερούν το βίωμα της σχέσης «πράξη – αποτέλεσμα», με συνέπεια να εμποδίζουν την ανάπτυξη της υπευθυνότητάς τους και γενικότερα της αυτονόμησής τους.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να θέτουμε όρια;

Οι περισσότεροι γονείς παραδέχονται ότι είναι πολύ σημαντικό να θέτουν όρια, εντούτοις δυσκολεύονται να το κάνουν πράξη και μάλιστα με τρόπο σταθερό και αποτελεσματικό.

Οι λόγοι για τους οποίους οι γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια είναι πολλοί και σύνθετοι και σχετίζονται με τον τρόπο που μεγάλωσαν οι ίδιοι, με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και με την ιδιοσυγκρασία τους. Παρακάτω ακολουθούν κάποιοι λόγοι για τους οποίους δυσκολεύονται οι περισσότεροι γονείς να θέσουν αποτελεσματικά όρια στα παιδιά τους:

  • Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς, αισθάνονται τύψεις και ενοχές λόγω της απουσίας τους από το σπίτι και το παιδί τους. Για αυτόν τον λόγο δυσκολεύονται να εφαρμόζουν όρια και κανόνες τις λιγοστές ώρες που βρίσκονται μαζί με το παιδί.
  • Πολλοί γονείς έχουν συνδέσει λέξεις όπως «όρια» και «σταθερότητα» με κάτι «κακό». Θεωρούν ότι με το που θα αρνηθούν κάτι στο παιδί τους αυτό θα τους κρίνει άσχημα. Έχουν το άγχος να φαίνονται καλοί γονείς στο παιδί τους και , όσο κι αν είναι αντίθετο στο ρόλο τους, ζητούν την επιβράβευσή του, πολλές φορές χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν. Έτσι λειτουργούν με βάση το τι θα κάνει τους ίδιους να αισθανθούν καλά.
  • Νιώθουν ότι με τα όρια δε δίνουν χαρά στα παιδιά τους και νιώθουν ενοχές για αυτό.
  • Άλλοι γονείς κάνουν όλα τα χατίρια στα παιδιά τους και δεν τους βάζουν όρια, γιατί νιώθουν ότι οι δικοί τους γονείς δεν εκπλήρωναν τις επιθυμίες τους και δε θέλουν να κάνουν το ίδιο στα παιδιά τους.
  • Συμβαίνει επίσης για πολλούς γονείς μόνη επιβεβαίωση στη ζωή τους να είναι τα παιδιά τους. Όταν τα βλέπουν έστω και στιγμιαία χαρούμενα αισθάνονται σημαντικοί και νιώθουν ότι «κερδίζουν» τα παιδιά τους. Έτσι, η υποχώρησή τους γίνεται γιατί περιμένουν το αντάλλαγμα, που στο μυαλό τους ισοδυναμεί με ευγνωμοσύνη, αλλά και αίσθημα υποχρέωσης από τη μεριά των παιδιών. Δυστυχώς όμως, οι συνέπειες της παραπάνω στάσης των γονέων είναι εντελώς αντίθετες από τις αναμενόμενες. Τα παιδιά , ακριβώς επειδή έχουν μάθει ότι μετά από κάθε πίεση και ψυχολογικό εκβιασμό που θα ασκήσουν στους γονείς θα πετύχουν αυτό που θέλουν , θεωρούν τα πάντα δεδομένα. Έτσι, όχι μόνο δε δείχνουν ευγνωμοσύνη στους γονείς, αλλά αδυνατούν και να εκτιμήσουν αυτά που τους προσφέρουν.
  • Πολλές φορές οι γονείς δεν «αντέχουν» να είναι σταθεροί και το να ενδώσουν εκείνη τη στιγμή είναι η πιο «εύκολη» λύση, την οποία όμως μακροπρόθεσμα «πληρώνουν» πολύ ακριβά.

Η θέσπιση ορίων λοιπόν από τους γονείς, όσον αφορά στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους είναι πολύ σημαντική. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή, διότι αν δε γίνει με τον σωστό τρόπο, στη σωστή στιγμή ή αν δοθούν λανθασμένα όρια ή ακόμη αν αυτά δεν τηρηθούν, τότε όχι μόνο δε θα επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά θα υπάρξουν και αρνητικές επιπτώσεις, τόσο στα ίδια τα παιδιά όσο και στην οικογένεια γενικότερα.

Πρώτη μέρα στον παιδικό σταθμό

Η μέρα που το παιδί πηγαίνει για πρώτη φορά στον παιδικό σταθμό, αποτελεί γι’ αυτό ένα μεγάλο βήμα στη ζωή του. Του ανοίγεται ένας εντελώς καινούριος κόσμος γεμάτος από ερεθίσματα και εμπειρίες και του δίνεται η ευκαιρία να αρχίσει να προετοιμάζεται κοινωνικά και διανοητικά για τη συμμετοχή στη σχολική ζωή και στην κοινωνία γενικότερα.

Το ξεκίνημα του σχολείου σηματοδοτεί δύο ταυτόχρονες και σημαντικές αλλαγές στη ζωή των παιδιών.

  • Από τη μια αρχίζουν να στερούνται την ολοκληρωτική παρουσία και φροντίδα των γονέων και ιδιαίτερα της μητέρας τους, καθώς και την ασφάλεια που τους έδινε μέχρι τώρα .
  • Aπό την άλλη αρχίζουν να δημιουργούν νέους δεσμούς και νέες σχέσεις, να αποκτούν εμπειρίες έξω από την οικογένεια και να αλληλεπιδρούν με νέα πρόσωπα που δεν υπόκεινται στον      άμεσο έλεγχο της οικογένειας.

Τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν και να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον, μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού τους. Μπαίνουν πλέον στη ζωή τους καινούρια πρόσωπα- οι δασκάλες τους και τα άλλα παιδάκια της ομάδας τους- με τα οποία θα πρέπει να μοιραστούν τα παιχνίδια τους, αλλά και την προσοχή των παιδαγωγών. Ξαφνικά χάνουν την αποκλειστικότητα, που ίσως είχαν στο σπίτι τους, και παύουν να είναι το επίκεντρο της προσοχής των ανθρώπων γύρω τους.

Κάθε παιδί έχει διαφορετικό τρόπο αντίδρασης κατά τη διάρκεια της περιόδου προσαρμογής.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι απόλυτα φυσιολογικές στην περίοδο της προσαρμογής και συνήθως υποχωρούν σταδιακά, όταν το παιδί βιώνει καθημερινά ένα ευχάριστο, σταθερό και προβλέψιμο πρόγραμμα, το οποίο δημιουργεί μια αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας.


Πόσο χρόνο χρειάζεται ένα παιδί να προσαρμοστεί στον παιδικό σταθμό;

Το πόσο θα διαρκέσει η περίοδος προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον, είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό για το κάθε παιδί και εξαρτάται από το συνδυασμό πολλών παραγόντων που έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα του, την ωριμότητά του και τις εμπειρίες του, όσο και με την ιδιοσυγκρασία των γονέων, τη στάση που έχουν σχετικά με το γεγονός ότι το παιδί τους πηγαίνει στο σχολείο αλλά και από τη συναισθηματική και ψυχολογική τους κατάσταση.

Αλλαγή και εξέλιξη

Για το παιδί η κάθε αλλαγή στη ζωή του είναι μια δοκιμασία γι’ αυτό και το κάθε καινούριο είναι μια πρόκληση για να γίνει πιο αυτόνομο και να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Από τη μια πλευρά τα παιδιά νιώθουν χαρά και ευχαρίστηση όταν πηγαίνουν στο σχολείο, από την άλλη όμως, κατακλύζονται από αισθήματα φόβου, άγχους και αγωνίας όταν αντιμετωπίζουν αυτή την καινούρια πραγματικότητα χωρίς τη μαμά και τον μπαμπά. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δε θέλουν να βιώσουν αυτήν την καινούρια εμπειρία. Στα παιδιά αρέσει να κατορθώνουν πράγματα μόνα τους, αρκεί οι γονείς να τους έχουν καλλιεργήσει το αίσθημα της σιγουριάς στις δυνατότητές τους, παράλληλα με την ασφάλεια που προσφέρει η οικογένεια. Έτσι τα παιδιά δε θα διστάζουν να τολμούν κάτι καινούριο και όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή αποτυχίες δε θα απογοητεύονται υπερβολικά και δε θα τα παρατάνε, αλλά αντιθέτως, θα βρίσκουν τη δύναμη να προσπαθήσουν ξανά.

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν το παιδί τους να προσαρμοστεί;

  • Οι γονείς βιώνουν πολλές φορές άγχος, αμφιβολία και τύψεις επειδή «αφήνουν» το παιδί τους στη φροντίδα άλλων και δεν είναι οι ίδιοι εκεί για να το φροντίσουν. Αναρωτιούνται αν πήραν τη σωστή απόφαση και βιώνουν αισθήματα όπως αγωνία, ανησυχία και ανασφάλεια, τα οποία μεταδίδονται άμεσα στο παιδί, διότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό αποκωδικοποιώντας και αφομοιώνοντας τα συναισθήματα των γονέων τους. Επομένως, η ομαλή προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο ξεκινάει από τους γονείς και από τα αισθήματα που τρέφουν γι’ αυτό το καινούριο βήμα του παιδιού. Γονείς που δεν είναι πεπεισμένοι και αποφασισμένοι για το αν θα πρέπει το παιδί τους να πάει στο σχολείο ή διακατέχονται από συναισθήματα ανασφάλειας και ενοχής επειδή θα το αποχωριστούν, δημιουργούν σύγχυση στο παιδί και δυσκολεύουν ή παρατείνουν τη φάση της προσαρμογής του στο νέο περιβάλλον. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την όσο γίνεται ομαλότερη προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο είναι να εισπράττει το παιδί σιγουριά και αισιοδοξία από τους γονείς για αυτό το σημαντικό βήμα στην εξέλιξή του. Το παιδί έχει τα μάτια του στραμμένα επάνω στους γονείς του για να βεβαιωθεί ότι θα είναι ασφαλές στο νέο του περιβάλλον και ότι έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να προσαρμοστεί σε αυτό. Αυτή τη σιγουριά το παιδί δεν την εισπράττει μόνο από τα λόγια των γονέων, αλλά πολύ περισσότερο από τα μη λεκτικά μηνύματα που αυτοί εκπέμπουν από την εσωτερική τους στάση. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι γονείς πρέπει να δουλέψουν τους δικούς τους φόβους και το άγχος αποχωρισμού από το παιδί, καθώς και τις τυχόν ενοχές τους και να καλλιεργούν συνεχώς τη σιγουριά και την αισιοδοξία γι’ αυτό το καινούριο βήμα του παιδιού τους. Σε αυτό βοηθά η συνεχής επικοινωνία και συνεργασία, τόσο με το παιδαγωγικό προσωπικό και τη διεύθυνση, όσο και με τον/την ψυχολόγο του σχολείου, εφόσον υπάρχει.
  • Υπερπροστατευτικότητα των γονέων

    Η υπερπροστατευτικότητα των γονέων αντί να «προστατεύει» το παιδί, το κρατάει εξαρτημένο απ’ αυτούς και εμποδίζει την ομαλή κοινωνικοποίησή του καθώς και την απόκτηση εμπιστοσύνης στις δικές του ικανότητες. Οι γονείς λοιπόν θα πρέπει σε ασφαλή πλαίσια να καλλιεργούν την αυτονομία και την ανεξαρτησία των παιδιών τους και να τους περνούν το μήνυμα ότι πιστεύουν στις ικανότητές τους.
  • Η πρώτη μέρα στο σχολείο δεν πρέπει να είναι ταυτόχρονα και η πρώτη φορά που αποχωρίζονται το παιδί τους.

    Πριν την ένταξή του στο σχολείο, θα πρέπει το παιδί να έχει βιώσει μικρής διάρκειας αποχωρισμούς.
  • Είναι απόλυτα φυσιολογικό για ένα παιδί να φοβάται τον αποχωρισμό, γι’ αυτό δεν πρέπει να το επιπλήττουμε, αλλά να αντιδρούμε έτσι ώστε να είναι πιο εύκολο για το παιδί να το ξεπεράσει.

  • Μεγάλη σημασία έχει η επιλογή της κατάλληλης στιγμής που το παιδί θα πάει για πρώτη φορά στο σχολείο. Αν π.χ. πρόκειται να γεννηθεί ένα αδελφάκι, πρέπει το παιδί να αρχίσει το σχολείο αρκετό χρόνο πριν τη γέννα, έτσι ώστε να μην εισπράξει την έναρξη του σχολείου ως απόρριψή του προς «όφελος» του μωρού.
  • Επικοινωνία και σχέση εμπιστοσύνης

    Για να χτίσει το παιδί μια σχέση εμπιστοσύνης με τις δασκάλες του, βασική προϋπόθεση είναι η καλλιέργεια μιας σχέσης εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στους γονείς, στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στη διεύθυνση του σχολείου και στην ψυχολόγο του σχολείου. Γι’ αυτό το λόγο είναι σκόπιμο οι γονείς να επιδιώκουν τη γνωριμία με τη δασκάλα του παιδιού τους και να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για την ενημέρωσή τους για την πορεία και την εξέλιξη του παιδιού (συγκέντρωση γονέων, προγραμματισμένο ραντεβού με τη δασκάλα). Επίσης είναι πολύ χρήσιμο ένα ατομικό ραντεβού με τον /την ψυχολόγο του σχολείου, όπου μπορούν να συζητηθούν θέματα που αφορούν τη γενικότερη ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του παιδιού.
  • Ενημέρωση για σημαντικά γεγονότα της οικογένειας

    Για την όσο γίνεται καλύτερη προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο αλλά και γενικότερα για την ομαλή εξέλιξή του βοηθάει ιδιαίτερα αν γνωρίζει η δασκάλα του τις ιδιαιτερότητές του: τι του αρέσει, τι δεν του αρέσει, τι το ενδιαφέρει, τις συνήθειές του στο φαγητό και στον ύπνο κ.τ.λ. Οι γνώσεις αυτές βοηθούν τους παιδαγωγούς να πλησιάσουν το κάθε παιδί με τον πιο ευνοϊκό τρόπο έτσι ώστε να εισπράττει ότι γνωρίζουν γι’ αυτό και είναι «δικοί του άνθρωποι» και συνεπώς να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά μαζί τους. Πρέπει να ενημερώνονται επίσης για τυχόν οικογενειακά προβλήματα (χωρισμός, διαζύγιο, απώλεια αγαπημένου προσώπου κ.τ.λ.) που μπορεί να επηρεάζουν την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του παιδιού έτσι ώστε να το πλησιάζουν κατάλληλα και με διακριτικότητα και να ενημερώνονται οι γονείς για τυχόν αντιδράσεις του.

Πώς μπορούν οι γονείς να προετοιμάσουν το παιδί τους για τον παιδικό σταθμό;

Προϋπόθεση για την ομαλή ένταξη του παιδιού στη σχολική ζωή είναι η έγκαιρη και κατάλληλη προετοιμασία του από το σπίτι.

  • Επίσκεψη των γονέων στο σχολείο

    Καλό θα ήταν να έχουν επισκεφτεί το σχολείο πρώτα και οι δύο γονείς, να έχουν δει τις εγκαταστάσεις του, τους χώρους που θα παίζει το παιδί τους, που θα τρώει, που θα κάνει διάλειμμα, που θα ξεκουράζεται, για να έχουν μια πλήρη εικόνα για το χώρο που θα περνάει το παιδί τους αρκετές ώρες της ημέρας του. Έτσι καλλιεργείται η εμπιστοσύνη των γονέων στο σχολείο που θα εμπιστευτούν το παιδί τους και στη συνέχεια μπορούν να περιγράψουν και στο ίδιο το παιδί με ενθουσιασμό το σχολείο του. Η πρακτική γνώση των χώρων του σχολείου θα ωφελήσει και αργότερα στις συζητήσεις που θα έχουν με το παιδί τους όταν μοιράζεται τα βιώματά του μαζί τους και οι γονείς θα έχουν ακριβή εικόνα όταν το παιδί τους μιλάει για τη «μεγάλη τσουλήθρα» που κατάφερε να ανέβει, για τα «ξύλινα παιχνίδια» στην αυλή που πήγε για πρώτη φορά ή για το «ατελιέ» που ζωγράφισε για πρώτη φορά με το πινέλο.

Ενημέρωση για τις δραστηριότητες στο σχολείο και επίσκεψη με το παιδί στο σχολείο

Οι γονείς πρέπει να παρουσιάζουν τη φοίτηση στο σχολείο με ενθουσιασμό μεν, αλλά χωρίς υπερβολές και να κινούν την περιέργεια του παιδιού για το σχολείο. Πρέπει να του δίνουν κίνητρα για να πάει, όπως να του μιλούν για τους φίλους που θα γνωρίσει, τα παιχνίδια που θα παίξει, τα πράγματα που θα μάθει κ.τ.λ. και στη συνέχεια να επισκέπτονται μαζί με το παιδί το σχολείο. Η γνωριμία με το χώρο του σχολείου πριν ακόμα ξεκινήσει η συστηματική φοίτησή του, θα βοηθήσει το παιδί να προσαρμοστεί πιο εύκολα στο καινούριο αυτό περιβάλλον, προσφέροντάς του την ευκαιρία να εξοικειωθεί σταδιακά.

Καλό θα ήταν, σε μια ήρεμη στιγμή, π.χ. όταν είστε χαλαροί «αγκαλίτσα» στον καναπέ, να κουβεντιάσετε με το παιδί σας και τις «λεπτομέρειες» για το ξεκίνημά του στο σχολείο (αφού από καιρό το έχετε προετοιμάσει κατάλληλα γι’ αυτό το καινούριο βήμα στη ζωή του!). Θα του εξηγήσετε ακριβώς, τι πρόκειται να συμβεί, χωρίς να δώσετε ιδιαίτερο «βάρος» και «σοβαρότητα» στο γεγονός αυτό. Θα κουβεντιάσετε απλά θέματα όπως π.χ. «θα ετοιμάσουμε την τσάντα που θα πάρεις μαζί σου στο σχολείο», «θα φορέσουμε τα αγαπημένα σου ρούχα» (και να τα έχετε έτοιμα…), αλλά και το γεγονός ότι «Θα πάμε μαζί στο σχολείο και εγώ θα φύγω μετά για να …. (πάω στη δουλειά μου/ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού ….)».

Οι γονείς πρέπει να περνούν το μήνυμα ότι το σχολείο είναι για τα παιδιά και όχι για μαμάδες και μπαμπάδες…


Πρακτικές συμβουλές

  • Φορέστε του άνετα ρούχα και όχι τα «καλά του» για να νιώθει άνετα.
  • Διαλέξτε μαζί του τα σχολικά είδη και τα ρούχα που θα φορέσει στο σχολείο.
  • Γράψτε το όνομά του σε όλα τα ρούχα και τα πράγματά του. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η νηπιαγωγός τις πρώτες μέρες δεν μπορεί να γνωρίζει την τσάντα, το μπουφάν κ.τ.λ. του κάθε παιδιού. Το παιδί όμως το βοηθάει να νιώθει σιγουριά από την πρώτη στιγμή, αν η δασκάλα του «γνωρίζει» τα πράγματά του όπως και η μαμά του.
  • Μην του μιλάτε για κάποια «συναρπαστικά» και ενδιαφέροντα πράγματα που συνέβησαν στο σπίτι την ώρα που το παιδί σας ήταν στο σχολείο.
  • Μην επεκτείνετε τις καλοκαιρινές διακοπές σας και τη «χαλαρή» ζωή μέχρι την τελευταία μέρα πριν αρχίσει το σχολείο. Δώστε ένα χρονικό διάστημα, μερικών ημερών τουλάχιστον, για να προσαρμοστεί το παιδί σας στους ρυθμούς της «καθημερινής» σας ζωής.
  • Προσαρμόστε το «πρόγραμμα ύπνου» του παιδιού σταδιακά στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς σας.
  • Περιορίστε σταδιακά τις καλοκαιρινές βόλτες και εξόδους προς το τέλος του καλοκαιριού για να μη βγάζει το παιδί το συμπέρασμα πως «τώρα που άρχισε το σχολείο τελείωσαν οι βόλτες», αλλά περάστε το μήνυμα πως «αφού τελείωσαν οι διακοπές και οι βόλτες, πάμε σχολείο».

Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς τις πρώτες μέρες στον παιδικό σταθμό αλλά και στη συνέχεια

  • Καλό θα ήταν, ιδιαίτερα αν το παιδί πηγαίνει για πρώτη χρονιά στον παιδικό σταθμό, να μην έχετε επαγγελματικές υποχρεώσεις τις πρώτες μέρες της προσαρμογής του. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να παρευρίσκεστε τις πρώτες μέρες μετά από τον αποχαιρετισμό από το παιδί σε ένα χώρο του σχολείου εκτός της τάξης του παιδιού, όπου μπορεί να σας φέρουν το παιδί όταν οι δασκάλες του το θεωρούν σκόπιμο. Επίσης μπορεί να επιστρέφει το παιδί νωρίτερα με το σχολικό στο σπίτι του, όταν κρίνεται απαραίτητο και να μη νιώθει «υποχρεωμένο» να μείνει.
  • Το παιδί θα βοηθηθεί αρκετά στην προσαρμογή του, αν η παραμονή του είναι αρχικά μικρής διάρκειας και συμπεριλαμβάνει το χρονικό διάστημα του διαλείμματος στην αυλή.
  • Όταν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς του παιδιού με σχολικό λεωφορείο, καλό θα ήταν να γίνεται αρχικά μόνο η επιστροφή στο σπίτι με το σχολικό έτσι ώστε το παιδί να συνδυάζει το λεωφορείο με το ευχάριστο γεγονός της αντάμωσης με τη μαμά και τον μπαμπά. Έτσι θα του είναι πιο εύκολο να το «εμπιστευτεί» και σιγά σιγά να νιώσει άνετα με αυτό το μέσο και για τις υπόλοιπες διαδρομές.
  • Ο αποχαιρετισμός
    Αυτή είναι πραγματικά η πιο δύσκολη στιγμή! Για να αντιμετωπίζουν οι γονείς σωστά τις αντιδράσεις του παιδιού τους θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι πολύ φυσιολογικό ένα παιδί να κλάψει τη στιγμή που θα το αποχαιρετίσει ο γονέας του και μάλιστα όχι μόνο τις πρώτες μέρες, αλλά ίσως και τις επόμενες εβδομάδες ή κάποια μέρα μετά από μήνες. Το κλάμα στον αποχαιρετισμό δείχνει το δέσιμο του παιδιού με τον γονέα και γι’ αυτό το λόγο θεωρείται ως ένα υγιές σημάδι που εκφράζει ένα παιδί το οποίο αποχωρίζεται το γονέα του. Το ίδιο ισχύει και για άλλες αντιδράσεις αποχωρισμού, όπως π.χ. εκφράσεις θυμού ή παλινδρόμησης, δηλ. να συμπεριφέρεται σαν ένα παιδί μικρότερης ηλικίας. Μην καθυστερήσετε τον αποχαιρετισμό και την αποχώρησή σας, αν βλέπετε ότι το παιδί σας κλαίει και δε σας αφήνει να φύγετε. Με το να επεκτείνετε τον αποχαιρετισμό υπερβολικά, το μόνο που θα γίνει είναι να παρατείνετε την αγωνία και να εντείνετε το άγχος και την ανασφάλεια και των δυο σας. Είναι προτιμότερο να επισπεύσετε την αποχώρησή σας, να το χαιρετίσετε και να φύγετε κρατώντας σταθερή στάση ή να πηγαίνετε σε ένα χώρο στο σχολείο στον οποίο δε σας βλέπει το παιδί, όπου περιμένετε να σας ενημερώσει η δασκάλα για το πώς είναι το παιδί σας λίγο αργότερα. Μη φύγετε «στα κρυφά» όταν είναι απασχολημένο με κάτι χωρίς να αποχαιρετίσετε το παιδί σας, γιατί θα ταραχθεί όταν ανακαλύψει ότι το «αφήσατε μόνο του» και έτσι διαταράσσεται η εμπιστοσύνη του σε εσάς και δημιουργείται περισσότερη ανασφάλεια. Αντιθέτως, αναπτύξτε μια τρυφερή και σύντομη «δική σας» ρουτίνα αποχαιρετισμού εκφράζοντας σιγουριά και αποφασιστικότητα. Τις πρώτες μέρες θα ήταν καλό να μείνει το παιδί μόνο για λίγες ώρες και να αυξηθεί η παραμονή του σταδιακά, ώσπου να φτάσει σε ένα επιθυμητό ωράριο το οποίο θα ήταν καλό να μην αλλάξει χωρίς να υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος. Αν το παιδί έχει μεγάλη δυσκολία να αποχωριστεί τον έναν γονέα, καλό θα ήταν να το πηγαίνει ο άλλος γονέας τις πρώτες μέρες στο σχολείο έτσι ώστε να μειωθούν όσο γίνεται οι έντονες αντιδράσεις του.
  • Να είστε κοντά στο παιδί σας ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο προσαρμογής σε μια καινούρια καθημερινότητα, ακούγοντας τα βιώματα που μοιράζεται μαζί σας, τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του και κουβεντιάζοντας μαζί του τις εμπειρίες του, είτε αυτές αφορούν νέες γνώσεις, τις παρέες και τα παιχνίδια που έπαιζε είτε αφορούν αισθήματα αγωνίας, άγχους ή λύπης.
  • Το παιδί μπορεί να προσαρμοστεί στην αρχή πολύ εύκολα και να παρουσιάσει συμπεριφορές αντίδρασης μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως δεν έχει συμβεί κάτι δυσάρεστο στο σχολείο, απλά το παιδί έχει συνειδητοποιήσει τη μονιμότητα της καινούριας κατάστασης και με το κλάμα ή άλλες αντιδράσεις , δοκιμάζει κατά πόσο έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα. Οι γονείς σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να κρατήσουν μια σταθερή συμπεριφορά επιμένοντας στη συνέχιση της παραμονής του παιδιού εκεί και μετά από λίγες μέρες θα επανέλθει ο αρχικός του ενθουσιασμός για το σχολείο και σταδιακά θα αντιληφθεί ότι απέκτησε έναν ακόμη δικό του χώρο, το σχολείο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται τους γονείς του.
  • Τα παιδιά μπορεί να μη γνωρίζουν την ώρα, αλλά ξέρουν να συνδυάζουν την αποχώρησή τους με συγκεκριμένα γεγονότα, όπως π.χ. την αποχώρησή τους πριν από το μεσημεριανό γεύμα ή μετά από την αποχώρηση κάποιου συγκεκριμένου φίλου τους κ.τ.λ. Γι’ αυτό το λόγο θα ήταν καλό, τουλάχιστον στην περίοδο της προσαρμογής, να μη γίνονται αλλαγές στην ώρα αποχώρησης ή προσέλευσης χωρίς λόγο. Επίσης καλό θα ήταν να αποφεύγετε να πηγαίνετε το παιδί σας στο σχολείο πολύ αργότερα το πρωί από τα άλλα παιδιά ή να το παίρνετε νωρίτερα, γιατί έτσι δε συμμετέχει σε όλες τις ομαδικές δραστηριότητες και εξασκείται λιγότερο σε σημαντικές δεξιότητες.

Οι γονείς λοιπόν συμβάλλουν καθοριστικά στην ομαλή ένταξη του παιδιού τους στο σχολείο. Με τη στάση τους, μπορούν να το βοηθήσουν να προσαρμοστεί σε αυτή την καινούρια του καθημερινότητα, που θα του προσφέρει μεγάλη χαρά και έναν καινούριο κόσμο γεμάτο από πρωτόγνωρα ερεθίσματα, εμπειρίες και βιώματα.