1
2
3
4

Κρίση στην οικογένεια

Χωρισμός

Krisi stin oikogeneia textΣύμφωνα με τα διεθνή στατιστικά στοιχεία, τα διαζύγια αυξάνονται κάθε χρόνο και το ποσοστό διαλυμένων γάμων έχει φτάσει ανάλογα με τη χώρα περίπου στο 50-70 %. Στην Ελλάδα τα διαζύγια αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και έτσι τα τελευταία 10 χρόνια έχουν τριπλασιαστεί. Συνεπώς ο  χωρισμός των γονέων είναι μια πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερα παιδιά και στη χώρα μας.

 Ένα μεγάλο ποσοστό διαζυγίων παρατηρείται στην πρώτη δεκαετία του γάμου με αποτέλεσμα να εμπλέκονται πολλές φορές παιδιά μικρής ηλικίας σε αυτή τη οδυνηρή διαδικασία και αν οι γονείς δε χειριστούν το χωρισμό τους κατάλληλα, μπορεί να υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες στην ψυχική υγεία και ευεξία των παιδιών τους.

 Επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά

Όταν χωρίζουν οι γονείς του, το κάθε παιδί κατακλύζεται κατά τη διάρκεια των διαφορετικών σταδίων του χωρισμού από ένα πλήθος συναισθημάτων όπως θυμό, μοναξιά, αμηχανία, ντροπή, απογοήτευση, φόβο και μια  αίσθηση προδοσίας. Αυτά τα συναισθήματα, έχουν σαν αποτέλεσμα διάφορες αντιδράσεις του παιδιού, που ποικίλουν ανάλογα με:

  • την ηλικία του
  • τη συγκρότηση και την ψυχοσυναισθηματική ωριμότητά του
  • την ποιότητα των σχέσεων που είχε το παιδί με τους γονείς του πριν το διαζύγιο
  • την ένταση και τη διάρκεια των γονικών συγκρούσεων
  • το κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης
  • τη δυνατότητα συμβουλευτικής γονέων και της υποστήριξης από κάποιον ειδικό
  • τον τρόπο διαχείρισης του χωρισμού από τους γονείς και την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών κατά τη διάρκεια του διαζυγίου.
  • Στις διάφορες φάσεις του χωρισμού το παιδί μπορεί να παρουσιάσει αντιδράσεις όπως:
  •  Άρνηση

Ιδιαίτερα τα μικρότερα παιδιά καταφεύγουν στην άρνηση της πραγματικότητας ως αμυντικό μηχανισμό. Προτιμούν να πιστεύουν ότι ο γονέας που έφυγε απλά μένει σε ένα άλλο σπίτι και κάποια στιγμή θα γυρίσει.

  • Θυμός και επιθετικότητα

Πολλές φορές παρατηρούνται επίσης εκρήξεις θυμού και αυξημένη επιθετικότητα του παιδιού προς τους γονείς του και τα αδέλφια του καθώς και τους φίλους του ως αντίδραση στο χωρισμό των γονέων.

  • Εσωστρέφεια και μελαγχολία

Μπορεί όμως επίσης να αντιδρούν με το να κλείνονται στον εαυτό τους, να απομονώνονται και να μελαγχολούν. Πολλά παιδιά περνούν από μια περίοδο θλίψης, κατά την οποία βιώνουν και μαθαίνουν να αποδέχονται την απώλεια της αρχικής οικογενειακής τους  δομής.

  • Ενοχές

Δεν είναι σπάνιες ωστόσο οι περιπτώσεις όπου τα παιδιά νιώθουν ενοχές για το χωρισμό των γονέων και κατηγορούν τον εαυτό τους («Ο μπαμπάς φεύγει επειδή δεν ήμουν καλό παιδί.») Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι  η αιτία του χωρισμού, μπορεί ωστόσο να κατηγορεί τον εαυτό του που δεν μπόρεσε να βελτιώσει την κατάσταση.

  • Πτώση στις σχολικές επιδόσεις

Η ανισορροπία της οικογενειακής κατάστασης στα διάφορα στάδια του χωρισμού και η συναισθηματική αναστάτωση του παιδιού έχει πολύ συχνά αρνητικές επιπτώσεις στις σχολικές του επιδόσεις.

  • Απομάκρυνση

Ιδιαίτερα σε παιδιά στην εφηβεία βλέπουμε πολλές φορές και αντιδράσεις που δίνουν την εντύπωση ότι απομακρύνονται από την οικογενειακή ζωή και προσκολλώνται περισσότερο στους φίλους τους.

  • Παλινδρόμηση σε μικρότερες ηλικίες

 Πολλές φορές τα παιδιά αντιδρούν σε έναν χωρισμό με το να συμπεριφέρονται σαν παιδιά μικρότερης ηλικίας ή να εμφανίζουν συμπεριφορές ενός αναπτυξιακού σταδίου που είχαν ξεπεράσει, όπως νυχτερινή ενούρηση και «μπεμπέκισμα» στην ομιλία ή να απαιτούν την πιπίλα τους την οποία είχαν πετάξει προ πολλού.

  •  Προσπάθειες συμφιλίωσης

Ανεξαρτήτως του πόσο φιλικό είναι το διαζύγιο, τις περισσότερες φορές τα παιδιά δε θέλουν να χωρίσουν οι γονείς τους γιατί, βλέπουν ως απώλεια το γεγονός ότι η οικογένειά τους διαλύεται. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν ένας γονέας ασκεί σωματική ή ψυχολογική βία προς τον άλλο ή προς τα παιδιά, ενδέχεται να το δεχτούν με ανακούφιση.

Τα παιδιά συνήθως έχουν ελπίδες  ότι οι γονείς τους θα ξανασμίξουν και να κάνουν προσπάθειες συμφιλίωσής τους όπως π.χ. να προσπαθούν να κάνουν τους γονείς τους να μιλάνε μεταξύ τους, με το να συμπεριφέρονται ακατάλληλα και έτσι να «παίρνουν» το πρόβλημα από τους γονείς και να γίνονται εκείνα το πρόβλημα με σκοπό να συμμαχούν οι γονείς για την επίλυσή του.

Πότε πρέπει να ζητήσουμε τη συμβουλή ενός ειδικού;

Όταν οι γονείς έχουν πάρει την απόφαση να χωρίσουν, καλό θα ήταν να επισκεφτούν μαζί έναν ειδικό να συμβουλευτούν για τη σωστή διαχείριση του χωρισμού έτσι ώστε να έχει όσο γίνεται λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί τους. Πρέπει να είναι πολύ κοντά στο παιδί τους σε όλες τις φάσεις του χωρισμού και να παρατηρούν τις αντιδράσεις του έτσι ώστε να προλάβουν τυχόν δυσκολίες στην προσαρμογή του παιδιού στη νέα του πραγματικότητα.

Ο παρακάτω κατάλογος αναφέρει επιγραμματικά συμπτώματα / αντιδράσεις του παιδιού που μπορεί να αποτελούν ένδειξη για ανάγκη αυξημένης υποστήριξης ή παρέμβασης από έναν παιδοψυχολόγο:

  • επιδείνωση και κλιμάκωση των φυσιολογικών αντιδράσεων (βλ. Αντιδράσεις παιδιών)
  • αισθήματα και εκδηλώσεις απόγνωσης και απελπισίας
  • έντονη και διαρκή απομόνωση
  • σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους
  • συχνοί εφιάλτες
  • έντονη απασχόληση με την πιθανότητα να αρρωστήσουν τα ίδια ή / και κάποιος άλλος
  • προβλήματα συμπεριφοράς
  • προβλήματα στο σχολείο με τους συμμαθητές, τα μαθήματα, ή τους εκπαιδευτικούς
  • ψέματα
  • καταστροφικότητα
  • σημαντική αλλαγή συμπεριφοράς και στον χαρακτήρα τους
  • επίμονη εκρηκτική και επιθετική συμπεριφορά
  • τάσεις φυγής
  • κλοπές
  • ψυχοσωματικές ενοχλήσεις
  • έντονοι και μη ρεαλιστικοί φόβοι.

Συμβουλές για ένα διαζύγιο όσο γίνεται πιο ανώδυνο για τα παιδιά

  • Καλό θα είναι οι δυο γονείς σε ένα πνεύμα συνεργασίας να εξηγήσουν με ήρεμο και απλό τρόπο ανάλογα με την  ηλικία, το χαρακτήρα και τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού, ότι πρόκειται να χωρίσουν και να συζητήσουν μαζί του για τις αλλαγές που θα γίνουν στη ζωή του. Πρέπει να περάσουν το μήνυμα ότι ο χωρισμός είναι η καλύτερη λύση σε ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι γονείς και ότι είναι το πρώτο βήμα καλυτέρευσης μιας δύσκολης κατάστασης. Θα πρέπει να του επιβεβαιώσουν ότι δεν έχει καμία ευθύνη για τον χωρισμό και ότι οι γονείς του θα το αγαπάνε όπως πριν και θα μείνουν ο μπαμπάς του και η μαμά του για όλη του τη ζωή.
  • Ο χωρισμός σημαίνει το τέλος της συντροφικής σχέσης του ζευγαριού αλλά δεν παύουν να είναι οι γονείς  του παιδιού τους. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δύο γονείς και η ανατροφή των παιδιών καθώς και η διαπαιδαγώγησή τους είναι ευθύνη και των δύο. Προσπαθήστε να διατηρήσετε μια σχέση όπου θα επικοινωνείτε χωρίς μεγάλη δυσφορία και εντάσεις και θα συνεργάζεστε για το καλό του παιδιού σας. Πρέπει να ανταλλάσετε παρατηρήσεις αναφορικά με όσα συμβαίνουν στη ζωή του παιδιού και χρειάζεται να χειρίζεστε από κοινού τα διάφορα θέματα και τυχόν προβλήματα που αφορούν το παιδί έτσι ώστε να μην πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις.
  • Καλό θα ήταν να επιδιώξετε την από κοινού επιμέλεια του παιδιού, γιατί έρευνες έχουν δείξει ότι είναι προτιμότερο για την εξέλιξη του παιδιού, να ασχολούνται και οι δύο γονείς μαζί του και το παιδί να έχει επαφή και με τους δύο. Η από κοινού επιμέλεια βέβαια έχει ως προϋπόθεση την καλή επικοινωνία των γονέων όσον αφορά το παιδί τους. Θα πρέπει να παραμερίζουν τις διαφορές τους και να συμβιβάζονται για χάρη του παιδιού. Έκτος αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι, αν π.χ. ο γονέας ασκεί ψυχολογική  ή σωματική βία στο παιδί, ή αν το παιδί βιώνει ακατάλληλες καταστάσεις στο σπίτι του, είναι καλύτερα για το παιδί να βλέπει και τους δύο γονείς του τακτικά, σε προκαθορισμένες μέρες και ώρες, παρά να έχει περιστασιακή ή και καμία επαφή με τον ένα γονέα.
  • Σεβαστείτε τη σχέση του παιδιού με τον άλλο γονέα χωρίς να του δημιουργήσετε ενοχές επειδή χαίρεται αυτή την επαφή.
  • Συζητήστε με το παιδί τις αλλαγές που πρόκειται να γίνουν στο καθημερινό του πρόγραμμα και τι περιμένετε από εκείνο. Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να περάσετε το μήνυμα ότι πρέπει να αναλάβει το ρόλο ενός μεγάλου. Γι΄ αυτό το λόγο δεν πρέπει να κάνετε σχόλια όπως «Τώρα εσύ είσαι ο άντρας της οικογένειας.» ή «Τώρα πρέπει εσύ να προσέχεις τη μαμά σου.»
  • Οι γονείς πρέπει να το ενθαρρύνουν να μιλήσει για τα συναισθήματά του, για τις ανησυχίες του και για τους φόβους του χωρίς όμως να κατακλύζουν το παιδί ή να το πιέζουν ή να προκαλούν τη συζήτησή γύρω από το χωρισμό για την αποφόρτιση των δικών τους συναισθημάτων.
  • Επειδή οι σχέσεις με τους παππούδες, τις γιαγιάδες και τους άλλους συγγενείς λειτουργούν εξισορροποιητικά, πρέπει να φροντίσετε να τους βλέπει και μετά το χωρισμό. Δεν πρέπει να του δημιουργήσετε ενοχές επειδή επιθυμεί να βλέπει τα πρώην πεθερικά σας ή άλλους συγγενείς του/της πρώην συντρόφού σας.
  • Ένα διαζύγιο φέρνει τεράστιες αλλαγές στη ζωή ενός παιδιού. Διαλύεται ο κόσμος που γνώριζε μέχρι τότε και νιώθει ότι η ζωή του πλέον δεν είναι προβλέψιμη, γεγονός που του δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια. Επίσης βιώνει έντονα την αίσθηση της απώλειας και πενθεί για το άτομο που έχει φύγει από το σπίτι και πολλές φορές ζει με το φόβο ότι  αφού έφυγε ο ένας γονέας, υπάρχει κίνδυνος να  χάσει και τον άλλο, προκαλώντας το αίσθημα της προοπτικής να μείνει μόνο στον κόσμο. Πολλές φορές χάνει ταυτόχρονα και την άμεση επαφή με κάποιους φίλους, συγγενείς, γείτονες και άλλους ανθρώπους που είχε δημιουργήσει συναισθηματικούς δεσμούς, ιδιαίτερα όταν παράλληλα με το  χωρισμό μετακομίζει σε άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι πάρα πολύ σημαντικό να εξασφαλίσουν οι γονείς όσο γίνεται πιο σύντομα μια καθημερινή σταθερότητα και «ρουτίνα» για το παιδί για να νιώσει ασφάλεια και σιγουριά. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα:
  • πέρα από τις απαραίτητες αλλαγές, να φροντίζουν οι γονείς να συνεχίσει το παιδί τη ζωή που είχε και πριν το χωρισμό με τις εξωσχολικές δραστηριότητες, τα χόμπι του, το σχολείο του και με τις παρέες του.
  • να έχει σταθερή επαφή και επικοινωνία με το γονέα που έφυγε από το σπίτι και να φροντίσουν να υπάρχουν σταθερές ώρες και μέρες που το βλέπει για να καλλιεργήσουν την αίσθηση της σιγουριάς και ασφάλειας στο παιδί και όχι όποτε «μπορεί» ή «βολεύει» να βλέπει το παιδι
  • οι δύο γονείς πρέπει να υιοθετούν μια κοινή στάση προς το παιδί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνούν για το γενικό σκεπτικό της διαπαιδαγώγησής του, με το να βάλουν τα ίδια όρια, να μην επιτρέπει ο ένας γονέας αυτό που απαγορεύει ο άλλος και να συμμετέχουν και οι δυο γονείς στις καθημερινές υποχρεώσεις του , π.χ. η μελέτη για το σχολείο, για να αποφευχθεί η ταύτιση του ενός γονέα με τις «υποχρεώσεις» και του άλλου με τη «διασκέδαση».
  • Oι γονείς πρέπει να ενημερώσουν άτομα που συναναστρέφονται με το παιδί (δασκάλους, νηπιαγωγούς, προπονητές κτλ.) για το χωρισμό τους  για να χειρίζονται το θέμα αυτό με ευαισθησία και κατανόηση αλλά και για να τους ενημερώνουν για τυχόν αντιδράσεις ή αλλαγές συμπεριφοράς του παιδιού τους, τις οποίες μπορεί να μην εκδηλώνει στο σπίτι.

Ίσως ακόμα πιο σημαντικό από τις συμβουλές για το τι θα ήταν καλό να κάνετε, είναι να προσέχετε ιδιαίτερα αντιδράσεις και συμπεριφορές προς αποφυγή:

  • ΜΗ χρησιμοποιείτε το παιδί ως «ενδιάμεσο» που θα μεταφέρει μηνύματα  στον πρώην σύντροφό σας.
  • ΜΗ χρησιμοποιείτε το παιδί σας ως «σύμμαχο» για την αντιμετώπιση προβλημάτων και καταστάσεων που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους γονείς.
  • ΜΗ ζητάτε από το παιδί να κρατάει μυστικά από τον πρώην σύντροφό σας.
  • ΜΗ χρησιμοποιείτε το παιδί ως μέσο διαπραγμάτευσης.
  • ΜΗΝ υποτιμάτε τον άλλο γονέα μπροστά στο παιδί.
  • ΜΗΝ αντιμετωπίζετε το παιδί ως «έμπιστο φίλο».
  • ΜΗ χρησιμοποιείτε το παιδί σαν «υποκατάστατο» του/της πρώην συντρόφου σας, για παράδειγμα, να μην κοιμάστε μαζί , να μην του αναθέτετε υποχρεώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην ηλικία του ή στο ρόλο του.
  • ΜΗΝ καταφύγετε σε υλικά ανταλλάγματα επειδή νιώθετε ενοχές για το χωρισμό σας
  • ΜΗΝ παραμελήσετε τον εαυτό σας γιατί θα μεταδώσετε έτσι στο παιδί σας ένα μήνυμα απελπισίας και απόγνωσης το οποίο είναι πολύ πιθανό να το υιοθετήσει εμμέσως και το ίδιο.

«Μένω στο γάμο λόγο των παιδιών» - Μία σωστή απόφαση;

Ο φόβος της πιθανής αρνητικής επίδρασης στα παιδιά καθώς και η οικονομική ανασφάλεια είναι συνήθως οι πιο ανασταλτικοί παράγοντες στο να χωρίσει ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε μια δυσλειτουργική, αποτυχημένη ή ακόμη και καταστροφική σχέση. Πολλές φορές, όταν ένα ζευγάρι μένει μαζί μόνο λόγω της ύπαρξης ενός παιδιού, οι δυο σύζυγοι αποποιούνται τις ευθύνες που οι ίδιοι έχουν για την αντιμετώπιση της άσχημης κατάστασης που βιώνουν. Αποτέλεσμα είναι να λειτουργεί το παιδί ως άλλοθι για τη διαιώνιση μιας δυσλειτουργικής, ανισορροπημένης και πολλές φορές παθολογικής κατάστασης στην οποία ουσιαστικά υποφέρουν όλα τα μέλη της οικογένειας ενώ στην πραγματικότητα οι λόγοι που το ζευγάρι δεν  αποφασίζει να χωρίσει είναι άλλοι, όπως π.χ. ανασφάλεια καθώς και κοινωνικοί και οικονομικοί λόγοι.

Τις περισσότερες φορές άλλωστε, δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός του διαζυγίου που πληγώνει τα παιδιά, αλλά η εχθρότητα, οι συγκρούσεις, η έλλειψη λειτουργικής επικοινωνίας και οι διαμάχες που προηγούνται του χωρισμού, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιείται το διαζύγιο. Εκεί συνήθως οφείλονται οι αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο των παιδιών.

Οι γονείς που μένουν μαζί μόνο «λόγω των παιδιών» πρέπει να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τα παρακάτω:

  • το ψυχολογικό και ψυχοσωματικό κόστος της παραμονής σε μια  αποτυχημένη σχέση για τους δυο συζύγους με τις ανάλογες συνέπειες στην ψυχική υγεία και ευεξία των παιδιών
  • τον αντίκτυπο που έχει στο παιδί η αίσθηση ότι εκείνο είναι ο μοναδικός λόγος που είναι οι γονείς του μαζί και υποφέρουν καθημερινά, πράγμα που το κάνει να νιώθει ενοχές και θλίψη
  • το πρότυπο που δίνουν οι γονείς στο παιδί σχετικά με τις μελλοντικές του επιλογές στις σχέσεις του – (έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που βλέπουν τους γονείς τους να συμπεριφέρονται επιθετικά, ερειστικά με περιφρόνηση ή ψυχρότητα είναι πολύ πιθανό να υιοθετήσουν μια παρόμοια συμπεριφορά στις μελλοντικές τους σχέσεις)
  • τη σύγχυση που δημιουργείται στο παιδί με τα «διπλά μηνύματα» που λαμβάνει με το να βιώνει καθημερινά να μένουν μαζί δύο άνθρωποι που θα ήθελαν ουσιαστικά να είναι χωριστά, να εισπράττει την ψυχρότητα και την έλλειψη συνοχής και ενσυναίσθησης

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι καλύτερα από το να αντιμετωπίσουμε τις όποιες δυσάρεστες συνέπειες ενός διαζυγίου είναι η πρόληψή του. Ένα άτομο που παντρεύεται για την οικονομική του εξασφάλιση, για κοινωνικούς λόγους ή για να ξεφύγει από μια δυσάρεστη κατάσταση στο πατρικό του σπίτι, σίγουρα έχει μεγάλες πιθανότητες να αντιμετωπίσει δυσκολίες στο γάμο του, οι οποίες μπορεί να καταλήξουν και στο χωρισμό.

Συμβαίνει όμως και σε ζευγάρια που παντρεύτηκαν από αμοιβαία αγάπη και η σχέση τους χαρακτηρίζεται από σεβασμό, αποδοχή και μοίρασμα, να αντιμετωπίσουν σε μια φάση της σχέσης τους δυσκολίες και προβλήματα για διάφορες αιτίες. Πολλές φορές μειώνεται τότε η δυνατότητα επικοινωνίας και το ζευγάρι απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη η παρέμβαση ενός ειδικού ως «βοηθού επικοινωνίας»  ο οποίος βοηθάει το ζευγάρι να ξαναβρεί τη δική του ισορροπία στη σχέση του.  Αναπόσπαστη προϋπόθεση για μια συμβουλευτική / θεραπεία ζευγαριών αποτελεί η αμοιβαία θέληση του ζευγαριού για επένδυση στη σχέση τους. Γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ σημαντικό να απευθύνεται το ζευγάρι στον ειδικό στο αρχικό στάδιο των δυσκολιών τους και όχι όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια βελτίωσης. Έτσι αυξάνονται κατά πολύ οι πιθανότητες να αναστραφεί και να διορθωθεί η κατάσταση.

Η συμβουλευτική ζεύγους δεν έχει όμως ως μοναδικό στόχο να παραμείνει μαζί το ζευγάρι. Μια έκβαση μπορεί να είναι επίσης η ώριμη απόφαση του ζευγαριού να χωρίσει έχοντας αποδεχτεί το τέλος της σχέσης τους και το  διαζύγιο να αποτελεί την  έσχατη λύση μετά από εξάντληση όλων των δυνατών τρόπων  βελτίωσης της σχέσης του ζευγαριού. Ο χωρισμός μπορεί να είναι η λιγότερο κακή λύση σε μία δυσλειτουργική ή ακόμα και παθολογική οικογενειακή κατάσταση.

Συνεπώς υπάρχουν οι προϋποθέσεις, έτσι ώστε ο χωρισμός ενός ζευγαριού, με γνώμονα τον αμοιβαίο σεβασμό, να γίνει η αφετηρία για μια καλύτερη ζωή και των δυο τους, αλλά και των παιδιών τους.

 

Απώλεια αγαπημένου προσώπου

 Ο θάνατος αποτελεί μέρος της καθημερινής μας ζωής, μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που όλοι θα αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή.

Όταν αυτός προκύπτει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, πολλοί γονείς αναρωτιούνται αν πρέπει να μιλήσουν στα παιδιά τους για αυτό, τι ακριβώς θα πρέπει να τους πουν και ποιες αντιδράσεις θα πρέπει να περιμένουν από αυτά.

Οι αντιδράσεις συγγενών σε έναν επικείμενο θάνατο και οι επιπτώσεις στο παιδί

Κάθε οικογένεια αποτελεί ένα «σύνολο» και κάθε γεγονός που επηρεάζει ένα ή περισσότερα μέλη του συνόλου αυτού έχει αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικογένεια. Και αντίστροφα , όταν ένα γεγονός επιδρά στο σύνολο της οικογένειας, όλα τα μέλη της επηρεάζονται από αυτό. Όταν ένα μέλος της οικογένειας πεθαίνει, τότε αλλάζει η δομή της οικογένειας και παύει να είναι όπως την ήξεραν τα μέλη στο σύνολό της. Το πένθος είναι διπλό. Απαιτείται επομένως μια νέα ανακατανομή ρόλων και ευθυνών στα πλαίσια της «νέας» οικογένειας που διαμορφώνεται και η οποία δεν είναι όμοια με αυτήν που προϋπήρξε.

Στην τελική φάση της ζωής του αρρώστου τα μέλη της οικογένειας βιώνουν μια διεργασία θρήνου, παρόμοια με εκείνη που βιώνει ο άρρωστος που προετοιμάζεται ψυχολογικά για τον επικείμενο θάνατό του.

Χαρακτηριστικά:

  • Αυξημένο άγχος που οφείλεται στην αίσθηση αδυναμίας και ανημποριάς των ανθρώπων να ανατρέψουν τις συνθήκες που οδηγούν στο θάνατο.
  • Διαρκής ενασχόληση με σκέψεις που αφορούν το θάνατο του αρρώστου, αλλά και προβληματισμούς με το δικό τους θάνατο.
  • Έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα που εκδηλώνονται, για παράδειγμα, με την επιθυμία να επιβιώσει ο άρρωστος, αλλά και την ευχή να πεθάνει για να μην υποφέρει.
  • Προοδευτική συναισθηματική παραίτηση από τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες που είχαν για το άτομο και τη σχέση τους μαζί του. Δεν εγκαταλείπεται ο ίδιος ο άρρωστος, αλλά η εικόνα ενός ατόμου που δε θα γιατρευτεί ποτέ, ενός ατόμου που μελλοντικά δε θα αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας και δε θα συμπεριλαμβάνεται στα σχέδια και τα όνειρά της.
  • Έντονο προβληματισμό και  προγραμματισμό σχετικά με τις άμεσες ή απώτερες συνθήκες ζωής που θα προκύψουν μετά το θάνατο του αρρώστου (π.χ. Πώς θα αντιδράσω στην κηδεία; Πώς θα είναι η ζωή μας από εδώ και εμπρός; ) Αυτές οι σκέψεις προκαλούν ενοχές αυξάνοντας τον ψυχικό πόνο των συγγενών.

Όλα τα αισθήματα αυτά οι γονείς, όσο και να το θέλουν, δεν μπορούν να τα κρατάνε μακριά από το παιδί τους. Τα παιδιά διαισθάνονται πότε οι γονείς είναι λυπημένοι ή όταν υπάρχει μια κρίση στην οικογένεια. Οι γονείς πρέπει να βρουν έναν τρόπο από τη μία πλευρά να προστατέψουν τα παιδιά τους από αισθήματα που μπορεί να τα πληγώσουν και να έχουν αρνητικές επιδράσεις σε αυτά και από την άλλη να μοιραστούν, σε κάποια πλαίσια βέβαια, τη λύπη τους μαζί τους ανάλογα με την ηλικία τους, την ψυχολογική τους κατάσταση και την ψυχοσύνθεσή τους.

Συνειδητοποίηση του θανάτου σε διάφορες ηλικίες

Μεγαλώνοντας,τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή πεθαίνουν. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να τους προκαλεί φόβο και ανησυχία. Συχνά οι ανησυχίες αυτές επικεντρώνονται γύρω από τον θάνατο των γονέων τους και για το τι θα τους συμβεί αν οι γονείς τους πεθάνουν. Δεν είναι πάντα καθησυχαστική η εξήγηση ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί για πολύ καιρό, επειδή τα παιδιά δεν έχουν πλήρως αναπτυγμένη αίσθηση του χρόνου. Επίσης μπορεί και να έχουν βιώσει τραγικά συμβάντα, όπου νεαρά άτομα του περιβάλλοντός τους απεβίωσαν.

Πώς αντιλαμβάνονται όμως τα παιδιά στις διάφορες ηλικίες τον θάνατο;

Μέχρι την ηλικία των 4ων χρόνων, τα παιδιά δε συνδέουν ξεκάθαρα την έννοια του θανάτου με την παράσταση της ζωής που χάνεται οριστικά.

Στα 4 και 5 χρόνια τους τα παιδιά έχουν ισχυρότερες συναισθηματικές αντιδράσεις και αρχίζουν να αναρωτιούνται για θέματα γύρω από το θάνατο και από την ηλικία των 6-9 χρόνων σιγά σιγά αρχίζουν να καταλαβαίνουν τη μονιμότητα του θανάτου και αντιλαμβάνονται πως η απώλεια ενός ατόμου αποτελεί ένα οριστικό και αμετάκλητο γεγονός.

Αντιδράσεις παιδιών στον θάνατο

Κάθε παιδί αντιδρά διαφορετικά στο θάνατο, ανάλογα με την ηλικία του, την ψυχοσυναισθηματική του ωριμότητα, τη σχέση που διατηρούσε με το άτομο που πέθανε, αλλά και τους χειρισμούς των γονέων του. Άλλα παιδιά απομονώνονται, έχουν κακή διάθεση ή παρουσιάζουν ανορεξία, εφιάλτες, ενούρηση, επιθετικότητα ή ψυχοσωματικές αντιδράσεις.

Όταν οι ενήλικοι έχουν φόβους που τους παραλύουν, οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν ποικίλες τεχνικές για να τους διδάξουν πώς να τους αντιμετωπίζουν. Πολλές φορές αυτές βασίζονται στην προϋπόθεση ότι ο φόβος και η χαλάρωση δε συμβιβάζονται. Αν οι άνθρωποι μάθουν να χαλαρώνουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αντικείμενα και καταστάσεις που προκαλούν φόβο, δε θα αισθάνονται φοβισμένοι ή τουλάχιστον θα είναι σε θέση να μην αφήσουν το φόβο να κλιμακωθεί τόσο, που να είναι ανεξέλεγκτος.

Αυτή την τεχνική τη χρησιμοποιούν τα παιδιά για να αντιμετωπίσουν το θάνατο μέσα στο το παιχνίδι. Το παιχνίδι είναι, από τη φύση του, μια δραστηριότητα χαλαρωτική και διασκεδαστική. Ένα παιδί που φοβάται δεν μπορεί να παίξει. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους φόβους του είναι να τους συμπεριλαμβάνει στα παιχνίδια του σε στιγμές που αισθάνεται ευτυχισμένο και χαλαρωμένο, ιδιαίτερα όταν είναι μαζί με τους φίλους του. Με αυτή την έννοια, τα παιχνίδια για τον θάνατο συχνά αποτελούν για το παιδί έναν τρόπο να αποδεχτεί την ιδέα του θανάτου.

Για τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας μέχρι τα 11 –12 χρόνια ο θρήνος είναι μικρής διάρκειας, επειδή η αντοχή τους στον ψυχικό πόνο είναι μικρότερη. Χρησιμοποιούν ως αμυντικό μηχανισμό την άρνηση της κατάστασης που τους δημιουργεί θλίψη και πόνο ενώ πολλές φορές η θλίψη μετουσιώνεται σε χαρά. Αυτή η στάση του παιδιού συχνά οδηγεί σε παρεξηγήσεις από την πλευρά των συγγενών , που αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο ανέμελο κα αδιάφορο. Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από αυτή τη συμπεριφορά κρύβεται η αδυναμία του παιδιού να δεχθεί ότι το πρόσωπο που πέθανε δεν ξαναγυρίζει.

Πώς μιλάμε στο παιδί για το θάνατο;

Όταν το παιδί υποβάλλει ερωτήσεις σχετικά με το θάνατο και το πένθος, οι πρώτες αντιδράσεις των γονέων είναι συνήθως αμήχανες και αναρωτιούνται, τι πρέπει να του απαντήσουν. Η δυσκολία γίνεται ακόμα πιο μεγάλη, όταν συμβεί κάποιος θάνατος στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ακόμα και από τις πολύ μικρές ηλικίες μπορούμε να ξεκινήσουμε σταδιακά να μιλάμε στα παιδιά για το θέμα του θανάτου. Η ίδια η ζωή μας δίνει πάρα πολλές ευκαιρίες για κάτι τέτοιο · οι αλλαγές που συμβαίνουν στη φύση κατά τη διάρκεια του χρόνου, η γέννηση και ο θάνατος των ζώων, όλα αυτά αποτελούν γεγονότα που αν και δεν είναι τόσο επώδυνα όσο ένας θάνατος αγαπημένου προσώπου, μπορούν να εισάγουν ένα παιδί στην έννοια του τέλους αλλά και της αρχής και να περάσουν το μήνυμα ότι όλα συζητιούνται και όλα αντιμετωπίζονται.

Σε ερωτήσεις του παιδιού σχετικά με το θάνατο, ακούμε προσεκτικά το παιδί, απαντάμε την ερώτησή του ή την απορία του και μας καθοδηγεί το παιδί για την πορεία της συζήτησης.

Όταν μια οικογένεια αντιμετωπίσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, πολλοί γονείς νιώθουν την επιθυμία να «προστατέψουν» τα παιδιά από αυτή την ομολογουμένως επίπονη πραγματικότητά και τους οδηγεί συχνά στο να αποκρύψουν την αλήθεια από αυτά ή στο να δημιουργήσουν διάφορα φανταστικά σενάρια για να δικαιολογήσουν την απουσία του θανόντα. Έτσι όμως, και τα ίδια τα παιδιά οδηγούνται στην αποφυγή οποιονδήποτε σχετικών σχολίων και ερωτήσεων, με αποτέλεσμα να μην τους δίνεται τελικά ποτέ η δυνατότητα να συζητήσουν ειλικρινά για τον θάνατο και να προετοιμαστούν σταδιακά για όλες τις αναπόφευκτες απώλειες που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους.

Οι γονείς δεν πρέπει να λένε ψέματα στα παιδιά όσον αφορά στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Με απλό τρόπο πρέπει να του λένε ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο «πέθανε» και όχι ότι «κοιμήθηκε» γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε πιθανή και φυσικά λανθασμένη ταύτιση του θανάτου με τον ύπνο. Πολλά είναι τα παιδιά που αντιδρούν σε αυτή την εικόνα του ύπνου που τους παρουσιάζεται με εφιάλτες και φοβίες γιατί ανησυχούν μήπως δεν ξυπνήσουν ξανά τα ίδια ή οι γονείς τους ποτέ από τον ύπνο τους.

Το ίδιο ισχύει και για την παραποίηση της αλήθειας με το να λένε οι γονείς ότι το άτομο που πέθανε έχει πάει σε μια μακρινή πόλη ή χώρα και θα μείνει εκεί για πάρα πολύ καιρό, γιατί ,πέρα από μια ψευδή αντίληψη της πραγματικότητας, το παιδί μπορεί να νιώθει ότι αυτό το άτομο το εγκατέλειψε ή να περιμένει να γυρίσει. Σε πιθανά ερωτήματα του παιδιού ως προς το «Πού πήγε η γιαγιά;» είναι προτιμότερο να απαντούν οι γονείς με ειλικρίνεια υποστηρίζοντας πως «Δεν ξέρουμε ακριβώς» αλλά μεταφέροντας μια αισιόδοξη αντίληψη πως «Εκεί που είναι, είναι καλά και δεν υποφέρει πια».

Τα παιδιά πρέπει να αισθάνονται ελεύθερα να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα που έχουν, χωρίς να νιώθουν άσχημα ή να ντρέπονται για αυτά. Σε αυτό θα βοηθηθούν, αν και οι γονείς μοιράζονται τη θλίψη και το πένθος μαζί τους ανάλογα με την ηλικία τους και τη συναισθηματική τους κατάσταση σε λογικά πλαίσια. Αντιθέτως, το να προσπαθούν να τα απομονώσουν από τα δικά τους συναισθήματα θλίψης και απόγνωσης για την απώλεια, έχει αρνητικές επιπτώσεις για τα παιδιά. Τα παιδιά ξέρουν πάρα πολύ καλά πότε ο γονέας είναι θλιμμένος ή πότε περνάει μια κρίση. Οι προσπάθειες να αποκρύψουν ένα θάνατο στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον ή τα συναισθήματα που τους προκαλεί ο θάνατος αυτός, προξενούν αίσθημα εγκατάλειψης στο παιδί. Είναι προτιμότερο ένα παιδί να μάθει για το θάνατο από τους ίδιους τους θλιμμένους γονείς του, παρά να αντιμετωπίσει την απόγνωση των γονέων του, χωρίς να ξέρει τον λόγο.

Όταν οι γονείς είναι σε θέση να μεταβιβάσουν στο παιδί ,σε λογικά πλαίσια ,τη θλίψη τους, τα ερωτηματικά για το θάνατο, τις αναμνήσεις και το νόημα του πόνου, το παιδί βρίσκει την ευκαιρία να βιώσει ακίνδυνα τις ερωτήσεις που έχει. Μπορεί να μοιραστεί τα έντονα συναισθήματα θλίψης και μελαγχολίας με τους γονείς του.

Όμως σε καμία περίπτωση η θλίψη που εξωτερικεύουν οι γονείς μπροστά στο παιδί για τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου δεν πρέπει να είναι υπερβολική, ώστε να αγχώνει τελικά το παιδί. Την κατάρρευσή τους από κατάθλιψη και την απελπισία τους πρέπει να μοιραστούν οι γονείς με έναν καλό τους φίλο ή με έναν συγγενή και σε καμία περίπτωση με τα παιδιά τους.

Το σημαντικότερο και το πιο ανακουφιστικό μήνυμα που πρέπει να περάσουμε σε ένα παιδί που βιώνει τον βαθύ πόνο μιας απώλειας μέσα στην οικογένειά του είναι το γεγονός πως αυτό που νιώθει κάποια στιγμή θα περάσει. Οφείλουμε να δείξουμε στο παιδί την πίστη μας σε εκείνο πως θα καταφέρει να αντέξει την θλίψη που το βαραίνει, και πως θα συνεχίσει τελικά να ζει ευτυχισμένο κοντά στα υπόλοιπα αγαπημένα του πρόσωπα, κρατώντας ζωντανές μόνο τις όμορφες αναμνήσεις από τον θανόντα.

Παιδί και τελετουργικά του πένθους

Πολλοί γονείς αναρωτιούνται αν θα πρέπει να αφήσουν τα παιδιά τους να πάρουν μέρος στα διάφορα τελετουργικά του πένθους, όπως είναι η κηδεία ή το μνημόσυνο.

Η απάντηση εδώ δεν μπορεί να είναι ένα απλό ναι ή όχι.

Η συμμετοχή του παιδιού σε μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά, βοηθώντας το στην αντιμετώπιση του θλιβερού γεγονότος, δίνοντάς του την ευκαιρία να αποχαιρετίσει το αγαπημένο του πρόσωπο, να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του, αλλά και να λάβει τη στήριξη άλλων κοντινών ατόμων.

Σίγουρα όμως η ηλικία του παιδιού, η ευαισθησία που το χαρακτηρίζει γενικότερα, η επιθυμία του ίδιου, αποτελούν παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε αυτό το ζήτημα.

Επίσης, η μορφή της συμμετοχής του παιδιού στα τελετουργικά του πένθους, εξαρτάται από τις συνθήκες τις συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι γονείς του θα πρέπει να είναι πολύ κοντά του ώστε να φροντίζουν το θλιμμένο παιδί και όταν αυτό το θελήσει να το απομακρύνουν από καταστάσεις πολύ φορτισμένες και ακατάλληλες για αυτό.

Όταν το τυπικό του αποχαιρετισμού ολοκληρωθεί, το παιδί πρέπει να ξαναβρεί τον δρόμο της καθημερινότητας χωρίς το αγαπημένο πρόσωπο. Πρέπει να ξέρουμε ότι η πραγματική επεξεργασία του γεγονότος ενός θανάτου γίνεται πολλές φορές πολύ αργότερα. Μπορεί μάλιστα να εμφανιστεί και για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου αποτελεί μια μεγάλη δοκιμασία για τον καθένα μας και προκαλεί μεγάλο ψυχικό πόνο που στην αρχή φαίνεται να είναι αβάστακτος .

Όταν πρόκειται για τον θάνατο στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, π.χ. αν πεθάνει ένας γονέας ή ένας αδελφός, η απώλεια αυτή είναι αναντικατάστατη.

Όσο θλιβερή και αν είναι η εμπειρία της απώλειας και της θλίψης για το παιδί και την οικογένεια για ένα αγαπημένο πρόσωπο που χάθηκε για πάντα, αυτή η εμπειρία ωστόσο προσθέτει μια σημαντική διάσταση στην ικανότητα του παιδιού να νοιάζεται για τους άλλους.

Επίσης δίνει σε μας στους γονείς την ευκαιρία να μοιραστούμε με τα παιδιά μας αυτό το είδος της προσωπικής θλίψης. Μπορούμε να περιγράψουμε με λόγια τα πιστεύω μας, που μας επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε την απώλεια και τον θάνατο. Έχουμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε πώς νιώθουμε εμείς οι ίδιοι μπροστά στο θάνατο, καθώς και τις απόψεις μας για τη θρησκεία και τη μετά θάνατο ζωή.

Μπορούμε να μοιραστούμε τις αναμνήσεις του ατόμου που χάθηκε με τα παιδιά μας και έτσι να περάσουμε το μήνυμα ότι μέσα μας, στις σκέψεις μας θα μείνει πάντα μαζί μας.