1
2
3
4

Σωματόμορφες διαταραχές

Somatomorfes diataraxes textΒασικό χαρακτηριστικό των σωματόμορφων διαταραχών είναι η παρουσία σωματικών συμπτωμάτων, τα οποία ενώ παραπέμπουν σε σωματική βλάβη, δεν μπορεί να αποδειχθεί ύπαρξη οργανικής παθολογίας η γνωστών παθοφυσιολογικών μηχανισμών, δεν εξηγούνται από τη γενική σωματική κατάσταση του ατόμου και δεν οφείλονται στη χρήση ουσιών ούτε σε μια άλλη ψυχική διαταραχή.

Τα συμπτώματα αυτά δεν παράγονται σκόπιμα ή προσποιητά από το άτομο προκειμένου να τραβήξει την προσοχή των άλλων ως «άρρωστο» ή να αποκομίσει κάποιο κέρδος (π.χ. οικονομική αποζημίωση, αποφυγή στρατιωτικής θητείας). Αντιθέτως, το άτομο που πάσχει από μια σωματόμορφη διαταραχή έχει πραγματικό πόνο και παρουσιάζει δίχως προσποίηση διάφορες σωματικές ενοχλήσεις.

Για να τεθεί η διάγνωση της σωματόμορφης διαταραχής απαιτείται να γίνεται πλήρης κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος, διότι αρκετές νευρολογικές (π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας) και άλλες οργανικές ασθένειες (π.χ. αυτοάνοσες παθήσεις) δεν είναι πάντα δυνατόν να διαγνωστούν στα αρχικά τους στάδια, έτσι ώστε να αποφευχθεί η ανακάλυψη κάποιας πάθησης αργότερα, η οποία δικαιολογεί αναδρομικά τα συμπτώματα του ασθενή.

 

 

Η σωματοποιητική διαταραχή

Χαρακτηριστικό της σωματοποιητικής διαταραχής είναι το βίωμα και η αναφορά πολλών επανεμφανιζόμενων σωματικών συμπτωμάτων, τα οποία συχνά μεταβάλλονται, διαρκούν πολλά χρόνια, δεν εξηγούνται από κάποια οργανική αιτία ή από οργανικές εξετάσεις ή άλλες διαγνωστικές τεχνικές και προκαλούν έντονη ανησυχία.

Η διαταραχή αυτή είναι πολύ πιο συχνή σε γυναίκες σε σχέση με τους άντρες και ο επιπολασμός της στις γυναίκες υπολογίζεται σε ποσοστό 0,2 % με 2 % του γενικού πληθυσμού. Κάνει την έναρξή της πριν από την ηλικία των 30 ετών με πολλαπλά σωματικά συμπτώματα, όπως:

  • Συμπτώματα πόνου, π.χ. πόνος στα άκρα, στην κοιλιακή χώρα, στις αρθρώσεις, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, πόνος κατά την ούρηση κ.ά
  • Γαστρεντερικά συμπτώματα, π.χ. ναυτία, δυσανεξία σε αρκετές τροφές, εμετός, διάρροια, κοιλιακός άλγος κ.ά.
  • Καρδιοπνευμονικά συμπτώματα, π.χ. ζαλάδα, αίσθημα παλμών, πόνος στο στήθος κ.ά.
  • Σεξουαλικά συμπτώματα, π.χ. σεξουαλική αδιαφορία, διαταραχές εμμήνου ρύσεως, πόνος στη διάρκεια της συνουσίας, αίσθημα καύσους στα σεξουαλικά όργανα κ.ά.
  • Ψευδονευρολογικά συμπτώματα, δηλαδή παρουσία συμπτώματος που υποδηλώνει κάποια νευρολογική κατάσταση χωρίς οργανική βάση, όπως π.χ. αμνησία, παράλυση ενός μέλους του σώματος, διπλωπία, έκπτωση συντονισμού των κινήσεων ή της ισορροπίας, αφωνία, δυσκολία στην κατάποση κ.ά.



Σωματόμορφη διαταραχή πόνου

Βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι ο πόνος σε ένα ή περισσότερα σημεία του σώματος σε απουσία οργανικής βλάβης και παθοφυσιολογικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα συμπτώματα πόνου καθώς και την έντασή του. Ο πόνος δεν προσποιείται από το άτομο και δεν παράγεται σκόπιμα με κάποιο συγκεκριμένο στόχο, π.χ. για να τραβήξει την προσοχή άλλων ανθρώπων ή να αποκομίσει κάποιο κέρδος με μεγάλη δυσφορία στον ασθενή.

Η σωματόμορφη διαταραχή πόνου προκαλεί δυσλειτουργία σε πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου που πάσχει σε επαγγελματικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην μπορεί να ανταποκριθεί σε καθημερινά καθήκοντα στην προσωπική του ζωή ή στην εργασία του.

Επιδημιολογία:

Η έναρξη της διαταραχής είναι συνήθως στην τρίτη ή την τέταρτη δεκαετία της ζωής, μπορεί όμως να εμφανισθεί και σε άλλες ηλικίες. Η σωματόμορφη διαταραχή πόνου εμφανίζεται πιο συχνά στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες σε αναλογία 2:1.

Άτομα με την εν λόγω διαταραχή κάνουν συχνά επισκέψεις σε ιατρούς, χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα, κατάχρηση αναλγητικών και ηρεμιστικών.

 

Υποχονδρίαση

Η υποχονδρίαση χαρακτηρίζεται από την έντονη ενασχόληση του ατόμου με την ιδέα ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, παρερμηνεύοντας σωματικές εμπειρίες, βιώματα και συμπτώματα ως παθολογικά. Για παράδειγμα, μπορεί να παρερμηνεύει κάποιο σωματικό πόνο, ως ένδειξη / απόδειξη ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Ακόμα και επανειλημμένες αρνητικές προς την πεποίθησή του ατόμου ιατρικές εξετάσεις, διαβεβαιώσεις και εξηγήσεις ειδικών και συγγενών δεν μπορούν να πείσουν τον πάσχοντα για τη σωματική του υγεία και δεν καταφέρνουν να μειώσουν τους φόβους του σχετικά με την υποτιθέμενη ασθένεια.

Τα άτομα με υποχονδρίαση χαρακτηρίζονται επίσης από επιλεκτική αντίληψη για πληροφορίες από διάφορες πηγές που «στηρίζουν» κατά τη γνώμη τους την ύπαρξη της ασθένειάς τους.

Άλλα χαρακτηριστικά του ατόμου με υποχονδρίαση μπορεί να είναι:

  • Ιδεομηρυκασμός για την ασθένεια: η θεωρητική/ψευδοφιλοσοφική συζήτηση με τον εαυτό για την ασθένεια
  • Υποβολιμότητα: το άτομο είναι πιο δεκτικό σε παροτρύνσεις
  • Μη ρεαλιστικός φόβος μόλυνσης
  • Υπερβολική ενασχόληση για ιατρικά θέματα
  • Πολλαπλές επισκέψεις σε πολλούς ιατρούς και πολλές εργαστηριακές εξετάσεις
  • Φαρμακοφοβία

Επιδημιολογία:

Η υποχονδρίαση μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο εμφανίζεται συνήθως στην τρίτη δεκαετία. Τα ποσοστά επικράτησης της υποχονδρίασης στο γενικό πληθυσμό κυμαίνονται μεταξύ 4%-9% των ασθενών που εισέρχονται στα νοσοκομεία, ενώ το φύλο δε φαίνεται πως είναι παράγοντας προδιάθεσης , καθώς άνδρες και γυναίκες παρουσιάζουν τα ίδια ποσοστά.

 

Η σωματοδυσφορική διαταραχή

Η σωματοδυσφορική διαταραχή χαρακτηρίζεται από την υπερβολική δυσαρέσκεια για την εμφάνιση ή για ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος. Αυτό το σημείο μπορεί να αφορά ένα φανταστικό ελάττωμα ή το άτομο ανησυχεί σε υπερβολικό βαθμό για ένα μικρό σωματικό ελάττωμα δυσανάλογα με την πραγματικότητα. Η ενασχόληση του ατόμου με αυτό το υποτιθέμενο ελάττωμα του δημιουργεί μεγάλη δυσφορία και μπορεί να εμφανίζει ακόμα και μείζονα κατάθλιψη, κοινωνική φοβία, ιδεοψυχναγκαστική διαταραχή καθώς και κατάχρηση ουσιών. Η διαταραχή αυτή είναι δυνατόν να εμποδίσει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη φυσιολογικών κοινωνικών, επαγγελματικών, προσωπικών και ερωτικών σχέσεων, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει το άτομο έκπτωση στη λειτουργικότητά του στους περισσότερους τομείς της ζωής του. Το άτομο περιορίζει τις δραστηριότητές του και απομονώνεται κοινωνικά, για να αποφύγει την αποκάλυψη του φανταστικού ελαττώματος, και ενδεχομένως μπορεί να εγκαταλείψει σπουδές και εργασία. Ακόμα, πολύ συχνά, μπορεί να αναζητήσει χειρουργικές, οδοντιατρικές ή πλαστικές επεμβάσεις χωρίς όμως να βρει τη λύση του εκεί.

Οι ανησυχίες των πασχόντων μπορεί να αφορούν το πρόσωπο (π.χ. ακμή, το σχήμα ή το μέγεθος της μύτης, αποχρωματισμός, ρυτίδες, κηλίδες, υπερβολική τρίχωση) τα μαλλιά (π.χ. αραίωση μαλλιών) ή το μέγεθος ή το σχήμα άλλου μέλους ή σημείου του σώματος, χωρίς όμως να έχει παραληρητική ένταση.

Οι άντρες ασχολούνται περισσότερο με τη σωματική τους διάπλαση, τα γεννητικά τους όργανα και τα μαλλιά τους, ενώ οι γυναίκες επικεντρώνονται περισσότερο στους γοφούς, στο στήθος και στα πόδια.

Άλλες συνήθεις συμπεριφορές του ατόμου με σωματοδυσμορφική διαταραχή είναι:

  • Συχνός έλεγχος της εμφάνισης
  • Κάλυψη του υποτιθέμενου ελαττώματος (π.χ. με ρούχα, καλλυντικά)
  • Προσπάθειες του ατόμου να πείσει τους άλλους για το ελάττωμά του
  • Υπερβολική δίαιτα ή άσκηση για την αντιμετώπιση του υποτιθέμενου ελαττώματος

Η έναρξη της σωματοδυσμορφικής διαταραχής εμφανίζεται συνήθως στην εφηβεία, αλλά συνήθως περνάνε πολλά χρόνια μέχρι να γίνει διάγνωση της νόσου, δεδομένου ότι το άτομο συνήθως δεν αποκαλύπτει τα συμπτώματά του εύκολα.

 

Διαταραχή μετατροπής

Η διαταραχή μετατροπής ήταν για χρόνια γνωστή ως υστερία ή υστερική μετατροπή και παρουσιάζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

- Εντυπωσιακά νευρολογικά συμπτώματα ή ελλείμματα που αφορούν στην ακούσια κινητική ή αισθητηριακή λειτουργία, που παραπέμπουν σε μια νευρολογική ή άλλη σωματική, παθολογική κατάσταση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει οργανική παθολογία όπως:
  • ξαφνική εμφάνιση παράλυσης, τύφλωσης, σπασμών
  • απώλεια μνήμης
  • προβλήματα ακοής ή όρασης
  • Απώλεια ή διαταραχή της αίσθησης
  • Απώλεια ή διαταραχή της ομιλίας
  • Ψυχογενείς κρίσεις (παρόμοιες με κρίσεις επιληψίας, αλλά χωρίς να σχετίζονται με την επιληψία)
  • Δυστονία (νευρολογική διαταραχή της κίνησης, με μυϊκές συσπάσεις που προκαλούν συστροφή και επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή μη φυσιολογικές στάσεις του σώματος)
  • Τρέμουλο και άλλες διαταραχές κίνησης
  • Προβλήματα στον βηματισμό και την ισορροπία

- Θεωρείται ότι τα συμπτώματα συσχετίζονται με ψυχολογικούς παράγοντες, διότι πριν από την έναρξη ή την ενδυνάμωση της συμπτωματολογίας παρατηρούνται συγκρούσεις ή στρεσογόνες καταστάσεις

- Το άτομο δεν παράγει το σύμπτωμα σκόπιμα ή προσποιητά και μπορεί να δείχνει αδιαφορία για τα συμπτώματά του, γεγονός που έχει ονομαστεί μακάρια αδιαφορία (labelleindifference).

- Το σύμπτωμα δεν εξηγείται από τη γενική σωματική κατάσταση του ατόμου ή από τη χρήση ουσιών.

 

Αντιμετώπιση των σωματόμορφων διαταραχών:

Η αντιμετώπιση των σωματόμορφων διαταραχών είναι απαιτητική και πολλές φορές δύσκολη λόγω του σύνθετου χαρακτήρα τους και την άρνηση του πάσχοντος να αναζητήσει ψυχολογική βοήθεια και να συμμετάσχει ενεργητικά στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία, γιατί συνήθως αρνούνται οι ασθενείς ότι τα προβλήματά τους είναι ψυχολογικής φύσεως.

Η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση βασίζεται στην ανάπτυξη μιας σταθερής σχέσης με τον ασθενή ως προϋπόθεση να αναγνωρίσει και να δεχτεί εκείνος την ψυχολογική φύση του προβλήματός του, χωρίς όμως ο θεραπευτής να αμφισβητήσει την ύπαρξη των συμπτωμάτων αυτών. Στη συνέχεια η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση στοχεύει στο να σταματήσει ο ασθενής τις επισκέψεις σε ιατρούς και να τολμήσει να αντέξει τα συμπτώματα, τα οποία ουσιαστικά είναι ακίνδυνα, έτσι ώστε να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της αναζήτησης οργανικών αιτιών και τα συνοδευόμενα αρνητικά ψυχολογικά συμπτώματα, όπως άγχος, φόβος και δυσφορία.

Στη γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία χρησιμοποιούνται για αυτόν τον στόχο τόσο γνωσιακές τεχνικές, π.χ. για την τροποποίηση ή αντικατάσταση των δυσλειτουργικών ερμηνειών συμπτωμάτων με πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις όσο και συμπεριφοριστικές τεχνικές, π.χ. εκμάθηση μεθόδων χαλάρωσης και καθοδηγούμενης νοερής απεικόνισης για τον έλεγχο του πόνου και του άγχους, ανάλογα με τη συμπτωματολογία του ασθενούς.

Η Προοδευτική Νευρομυϊκή Χαλάρωση για παράδειγμα, στοχεύει στη μείωση της μυϊκής έντασης, διότι έχει βρεθεί ότι όταν ο νευρομυϊκός τόνος είναι χαμηλός, τότε είναι αδύνατον να αισθάνεται κανείς ταυτόχρονα άγχος και όταν το άτομο χαλαρώνει, μειώνεται ταυτόχρονα και η αίσθηση του πόνου.

Οι τεχνικές χαλάρωσης μπορούν να συνδυαστούν και με την καθοδηγούμενη νοερή απεικόνιση, στην οποία το άτομο φαντάζεται μια πραγματική ή φανταστική ευχάριστη εικόνα, π.χ. μια παραλία, όσο γίνεται πιο ζωντανά και τη φέρνει στο νου του όταν νιώθει άγχος.

Επίσης χρησιμοποιείται η τεχνική της απόσπασης της προσοχής από το πόνο, στη οποία το άτομο εστιάζει την προσοχή του σε ένα ερέθισμα στο περιβάλλον του που δε συνδέεται με το σύμπτωμα που του προκαλεί δυσφορία είτε παθητικά (π.χ. παρακολουθώντας μια ταινία) είτε ενεργητικά (π.χ. να κάνει σωματική άσκηση).

Μια τεχνική που χρησιμοποιείται επίσης ευρέως για την αντιμετώπιση του πόνου και του άγχους είναι η βιοανάδραση. Σε αυτή τη μέθοδο, το σώμα συνδέεται με ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες ανιχνεύουν ανεπαίσθητες κι ασυνείδητες φυσιολογικές λειτουργίες, π.χ. τη μυϊκή ένταση, οι οποίες ελέγχονται από το νευρικό σύστημα. Αυτές οι λειτουργίες μετατρέπονται σε οπτικά ερεθίσματα (π.χ. όσο πιο χαλαρή είναι μια μυϊκή ομάδα, τόσο αλλάζει μια οθόνη από το μπλε (= σφιγμένοι μύες) στο κόκκινο (= χαλαροί μύες). Παρατηρώντας τις σωματικές αντιδράσεις και τις αλλαγές τους σε πραγματικό χρόνο (real time) μέσω της άμεσης οπτικοακουστικής επανατροφοδότησης (feedback), το άτομο μαθαίνει σταδιακά να τις ελέγχει και να τις ρυθμίζει κατά βούληση, με στόχο τη βελτίωση των σωματικών λειτουργιών που προκαλούν δυσφορία, ανησυχία, άγχος ή φόβο στον ασθενή.