1
2
3
4

Σεξουαλικές δυσλειτουργίες

Sexual Dysfunctions textΟι σεξουαλικές διαταραχές χωρίζονται στις κατηγορίες «σεξουαλικές δυσλειτουργίες» και «σεξουαλικές παρεκκλίσεις» ή «παραφιλίες».

Στις σεξουαλικές δυσλειτουργίες η σεξουαλική λειτουργία δεν επιτρέπει την πλήρη σεξουαλική ευχαρίστηση ή εμποδίζει κάθε σεξουαλική επαφή. Άτομα με σεξουαλικές δυσλειτουργίες συχνά αποφεύγουν τη σεξουαλική επαφή με αποτέλεσμα να διαταράσσονται οι προσωπικές τους σχέσεις. Ειδικά οι άντρες, βιώνουν έντονο άγχος και πολλές φορές και αισθήματα ανεπάρκειας γύρω από το θέμα του σεξ, γιατί θίγεται η αυτοεκτίμησή τους.

Αντιθέτως, στις παραφιλίες υπάρχει μια διαταραχή του σεξουαλικού σκοπού ή στόχουμεεπαναλαμβανόμενες και έντονες σεξουαλικές παρορμήσεις, συμπεριφορές ή φαντασιώσεις, ως αντίδραση σε αντικείμενα ή καταστάσεις οι οποίες θεωρούνται από το κοινωνικό πλαίσιο ακατάλληλες, όπως π.χ. μη ανθρώπινα αντικείμενα, καταστάσεις όπου το άτομο υποφέρει ή κάνει ένα άλλο άτομο να υποφέρει, παιδιά ή άλλα μη συναινούντα άτομα.

Παρακάτω αναλύονται οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες καθώς και η θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες αφορούν κυρίως στην αναστολή των φυσιολογικών και σωματικών αντιδράσεων του φυσιολογικού κύκλου του σεξουαλικού ενδιαφέροντος και της σεξουαλικής ανταπόκρισης και χωρίζονται στις παρακάτω δυσλειτουργίες, οι οποίες αναλύονται στα επόμενα κεφάλαια:

 
 

- Διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι σε κάποιες φάσεις της ζωής τους βιώνουν μείωση της σεξουαλικής τους επιθυμίας για κάποιους λόγους όπως αυξημένη κούραση, έλλειψη χρόνου και ύπαρξη προσωπικών, οικογενειακών ή επαγγελματικών προβλημάτων.

Μόνο εάν αυτή η μείωση επιμένει στο χρόνο και το άτομο παρουσιάζει έντονη μείωση σεξουαλικών φαντασιώσεων και ελάχιστη επιθυμία για σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να ονομάζεται διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας.

Ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες για τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία φαίνεται να είναι δυσλειτουργίες και προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού, όπως π.χ. η έλλειψη επικοινωνίας και εμπιστοσύνης, οι οποίες έχουν επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα της σχέσης του ζευγαριού και κατ’ επέκταση και στον τομέα της σεξουαλικής τους επαφής. Άλλος ένας παράγοντας για τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία μπορεί να είναι ενδοπροσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου, όπως π.χ. χαμηλή αυτοπεποίθηση, αρνητική εικόνα για τον εαυτό του και την εμφάνισή του, τα οποία το κάνουν να μη νιώθει επιθυμητό από το σύντροφό του και κατά συνέπεια να αποφεύγει την ερωτική επαφή μαζί του. Για παράδειγμα, οι γυναίκες πολλές φορές δε νιώθουν καλά με το σώμα και το βάρος τους και οι άντρες έχουν έντονους προβληματισμούς με το μέγεθος του πέους τους καθώς και με τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους στη σεξουαλική επαφή.
Επίσης σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση της διαταραχής παίζουν αυστηρά και άκαμπτα ηθικά πλαίσια και αρχές με τις οποίες ενδεχομένως μεγάλωσε το άτομο και τα οποία αδυνατεί να τα αναθεωρήσει.

Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται η λεπτομερή αξιολόγηση του πάσχοντος διότι η μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας πολλές φορές αποτελεί σύμπτωμα σε άλλες ψυχικές διαταραχές (π.χ. κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή) οι οποίες προηγούνται οπωσδήποτε στη θεραπευτική αντιμετώπιση.

- Διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής

Η διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής χαρακτηρίζεται από επίμονη ή επανειλημμένη υπερβολική αποστροφή και αποφυγή κάθε ή σχεδόν κάθε σεξουαλικής επαφής με ένα σεξουαλικό σύντροφο και αυτή η συμπεριφορά δε συμβαίνει στα πλαίσια μιας άλλης διαταραχής (π.χ. ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή).

Η σεξουαλική αποστροφή μπορεί να αφορά μια συγκεκριμένη διάσταση της σεξουαλικής επαφής (π.χ. την είσοδο του πέους στον κόλπο) ή να αφορά κάθε ερωτικό ερέθισμα, όπως π.χ. τα φιλιά και τα χάδια.

Για την αποφυγή της σεξουαλικής επαφής, τα άτομα υιοθετούν ποικίλων μορφών συμπεριφορές, όπως να μιλούν συνέχεια, να κάνουν τον εαυτό τους επίτηδες μη ελκυστικό, να αφοσιώνονται υπερβολικά στη δουλεία τους κ.τ.λ.

Η διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής έχει λιγότερη συχνότητα εμφάνισης σε σχέση με την υποτονική σεξουαλική επιθυμία και παρατηρείται περισσότερο σε άτομα με φοβία απόρριψης και υπερευαισθησία στην κριτική. Επίσης έχουν συζητηθεί, ως παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση της συγκεκριμένης διαταραχής, ενοχές που έχει το άτομο για τη σεξουαλικότητα του, οι οποίες είναι δυνατόν να έχουν δημιουργηθεί από μια υπερβολικά αυστηρή ανατροφή από τους γονείς του, η οποία ενδεχομένως κάνει το άτομο να ταυτοποιεί το σεξ με κάτι βρώμικο ή αναγκαίο μόνο για την αναπαραγωγή. Επιπλέον, έντονα προσωπικά και διαπροσωπικά προβλήματα καθώς και διαταραχές του σεξουαλικού προσανατολισμού μπορεί να οφείλονται στη συγκριμένη δυσλειτουργία.

Διαταραχές της σεξουαλικής διέγερσης

- Διαταραχή γυναικείας σεξουαλικής διέγερσης

Η διαταραχή γυναικείας σεξουαλικής διέγερσης χαρακτηρίζεται από την απουσία επαρκούς εφύγρανσης του κόλπου και την έλλειψη της υποκείμενης αίσθησης της σεξουαλικής διέγερσης, ικανοποίησης και ευχαρίστησης κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Μερικές γυναίκες μπορούν να απολαύσουν τις μη ερωτικές πλευρές της σεξουαλικής επαφής, όπως π.χ. τα χάδια, την αγκαλιά, παρά την έλλειψη της σεξουαλικής απαντητικότητας. Προϋπόθεση για να τεθεί η παραπάνω διάγνωση είναι η διαταραχή να μην οφείλεται στη δράση μιας ουσίας, στη γενική σωματική κατάσταση ή σε μια άλλη ψυχιατρική / ψυχολογική διαταραχή, π.χ. την κατάθλιψη.

Ψυχολογικοί παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί για την εν λόγω διαταραχή είναι, μεταξύ άλλων, η αυστηρή ανατροφή, το έντονο άγχος και η εχθρότητα προς τους άντρες. Επίσης μπορεί να οφείλονται οργανικές παθήσεις, όπως ο διαβήτης και κολπίτιδες, ή η εμμηνόπαυση.

- Διαταραχή της στύσης στον άντρα

Η περιστασιακή απώλεια της στύσης λόγω π.χ. υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, χρήσης ουσιών ή μειωμένης σεξουαλικής διάθεσης με συγκεκριμένη σύντροφο, συμβαίνει συχνά και δε θεωρείται ανησυχητική, αλλά μέσα στα όρια της φυσιολογικής σεξουαλικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως, η διαταραχή της στύσης του άντρα χαρακτηρίζεται από επίμονη η υποτροπιάζουσα αδυναμία επίτευξης ή διατήρησης επαρκούς στύσης μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής δραστηριότητας, η οποία προκαλεί έντονη ενόχληση ή διαπροσωπικά προβλήματα. Είναι μια διαταραχή η οποία έχει έντονες δυσμενείς επιπτώσεις στην εικόνα που έχει ο άντρας για τον εαυτό του και για την αυτοπεποίθησή του και πολλοί άντρες τη βιώνουν ως την πιο ταπεινωτική εμπειρία της ζωής τους. Για τον λόγο αυτό, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι το 50 % των αντρών που επισκέπτονται ειδικούς για σεξουαλικής φύσεως προβλήματα, παρουσιάζουν διαταραχή στύσης.

Είναι μια σχετικά κοινή διαταραχή ιδιαίτερα σε άντρες μεγαλύτερης ηλικίας εμφανίζεται ωστόσο και σε νεότερους. Από έρευνες προκύπτει ότι σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής τους, ένα ποσοστό 10% -20% των ανδρών είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν πρόβλημα στύσης.

Τύποι διαταραχής στύσης:

1. Πρωτογενής διαταραχή στύσης:

Το άτομο ποτέ δεν κατάφερε να έχει μια ικανοποιητική στύση για να ολοκληρώσει τη σεξουαλική πράξη, μπορεί όμως να έχει πλήρη στύση όταν αυνανίζεται ή αυτόνομα.

2. Δευτερογενής ή επίκτητη διαταραχή στύσης:

Το άτομο λειτουργούσε φυσιολογικά στο παρελθόν και από κάποιο σημείο και μετά εμφάνισε διαταραχή στύσης.

3. Γενικευμένη διαταραχή στύσης:

Η διαταραχή εμφανίζεται σε όλες τις συνθήκες και καταστάσεις.

4. Περιστασιακή / καταστασιακή διαταραχή στύσης:

Ο άντρας λειτουργεί φυσιολογικά μόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. μόνο σε σεξουαλικές επαφές επί πληρωμή).
Για τη στυτική δυσλειτουργία μπορεί να οφείλονται τόσο ψυχολογικοί όσο και οργανικοί παράγοντες καθώς και η συνύπαρξή των δύο παραπάνω.

Η διαταραχή της στύσης στον άντρα μπορεί να οφείλεται εκτός από την κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ, σε ορισμένα φάρμακα (π.χ. αντικαταθλιπτικά και τα αντιυπερτασικά) και σε αρκετές σωματικές νόσους και διαταραχές, όπως:

  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Χαμηλά επίπεδα ανδρογόνων
  • Νόσοι του θυρεοειδούς, των νεφρών ή του ήπατος
  • Νόσοι της καρδιάς και του αναπνευστικού
  • Αρτηριοσκλήρυνση
  • Αρτηριακή πίεση
  • Νευρολογικές καταστάσεις όπως π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας
  • Βλάβες του κατώτερου νωτιαίου μυελού ή των υποθαλαμικών και κροταφικών περιοχών του εγκεφάλου.

Τα πιο συχνά αίτια του προβλήματος φαίνεται ωστόσο ότι είναι ψυχολογικής φύσεως, τα οποία σχετίζονται είτε άμεσα είτε έμμεσα με το πρόβλημα:

Άμεσα σχετιζόμενα αίτια είναι για παράδειγμα:

  • Άγχος απόδοσης
  • Ενοχές για τη σεξουαλικότητα
  • Άγχος αποτυχίας κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής
  • Προβληματική σχέση
  • Έλλειψη επαρκούς ερεθισμού
  • Έλλειψη οικειότητας με τη σύντροφο

 Έμμεσα σχετιζόμενα αίτια μπορεί να είναι:

  • Τραυματικές σεξουαλικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία
  • Ζητήματα προσκόλλησης π.χ. στους γονείς
  • Θέματα σεξουαλικής ταυτότητας ή θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού

Σημαντικό ρόλο στην εδραίωση και διατήρηση της διαταραχής παίζουν επίσης:

  • Διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό καθώς και για το ανδρικό πρότυπο και την ερωτική σχέση
  • η έλλειψη γνώσεων για τη σεξουαλική λειτουργία.  
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Αποτυχημένη εμπειρία σε σεξουαλική επαφή επί πληρωμής.

Διαταραχές του οργασμού

- Διαταραχή οργασμού (ανεσταλμένος οργασμός) στη γυναίκα

Η διαταραχή οργασμού στη γυναίκα ορίζεται ως επίμονη ή επανειλημμένη καθυστέρηση ή απουσία του οργασμού σε μια γυναίκα, αφού έχει προηγηθεί μια φάση φυσιολογικής σεξουαλικής διέγερσης στη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Όπως και η διαταραχή στύσης, η διαταραχή αυτή μπορεί να είναι πρωτογενής (να μην υπάρχει οργασμός από την αρχή της σεξουαλικής ζωής) ή επίκτητη (να παρουσιάζεται σε κάποια χρονική στιγμή μετά από μια περίοδο φυσιολογικής οργασμικής λειτουργίας), γενικευμένη (σε όλες τις καταστάσεις) ή καταστασιακή (εξαρτάται από την περίσταση, τον σύντροφο ή άλλους παράγοντες).

Για να τεθεί η συγκεκριμένη διάγνωση, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν παράγοντες όπως η ύπαρξη ή μη ερωτικής διάθεσης της γυναίκας, η ηλικία και η σεξουαλική της εμπειρία, η σχέση με τον σύντροφο της και το ενδεχόμενο άλλης ψυχιατρικής / ψυχολογικής διαταραχής.

Η διαταραχή οργασμού της γυναίκας μπορεί να οφείλεται σε οργανικούς παράγοντες όπως:

  • Ορμονικά προβλήματα
  • Νευρολογικές παθήσεις (π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας)
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Ανεπάρκεια τεστοστερόνης
  • Τοξικές ουσίες
  • Ορισμένα φάρμακα.

Πολλές φορές ωστόσο για την εν λόγω διαταραχή ευθύνονται ψυχολογικοί παράγοντες, όπως:

  • Περιορισμένες σεξουαλικές εμπειρίες της γυναίκας
  • Άγχος γενικότερα, αλλά και το άγχος να φτάσει στον οργασμό
  • Μειωμένη ικανότητα να χαλαρώνει και να αφεθεί 
  • Έλλειψη φαντασιώσεων
  • Έλλειψη ερωτικής έλξης
  • Ενοχές για τη σεξουαλικότητά της
  • Άγχος για την εικόνα της προς τον σύντροφο
  • Θυμός προς τον σύντροφο

- Διαταραχή οργασμού στον άντρα

Χαρακτηριστικό της διαταραχής οργασμού στον άντρα είναι η επίμονη ή επανειλημμένη καθυστέρηση ή απουσία του οργασμού μετά από μια φάση φυσιολογικής σεξουαλικής διέγερσης στη διάρκεια σεξουαλικής δραστηριότητας. Για να τεθεί η διάγνωση πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η διάρκεια και η ένταση της διαταραχής καθώς και η ηλικία του άντρα. Συνήθως η αδυναμία του άντρα να επιτύχει οργασμό αφορά τον ενδοκολπικό οργασμό, ενώ με άλλους τύπους ερεθισμού (π.χ. με αυνανισμό) μπορεί να ολοκληρώνει κανονικά.

Επιδημιολογία

Από επιδημιολογικές έρευνες προκύπτει ότι πρόκειται για μια σχετικά σπάνια διαταραχή, καθώς μόνο το 4% - 8% των αντρών που αναζητούν βοήθεια για σεξουαλικά προβλήματα αναφέρουν διαταραχή οργασμού.

Οργανικά αίτια της διαταραχής οργασμού στον άντρα μπορεί να είναι μεταξύ άλλων:
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Σκλήρυνση κατά πλάκας
  • Νοσήματα της σπονδυλικής στήλης
  • Αλκοολισμός
  • Ορισμένα φάρμακα.
 Οι ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να προκαλούν τη διαταραχή είναι:
  • Άγχος απόδοσης
  • Φόβος απώλειας ελέγχου
  • Προβλήματα επικοινωνίας με τη σύντροφο
  • Απουσία ερωτικής έλξης για τη σύντροφο

- Πρώιμη εκσπερμάτιση

Όταν ο άντρας φτάνει με ελάχιστο σεξουαλικό ερεθισμό σε οργασμό πριν τη θέλησή του - πριν, κατά ή λίγο μετά τη διείσδυση του πέους - η κατάσταση αυτή ονομάζεται πρώιμη εκσπερμάτιση και χαρακτηρίζεται από απουσία του εκούσιου ελέγχου της εκσπερμάτισης από τον άντρα. Για τη διάγνωση, ο κλινικός οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν παράγοντες που επηρεάζουν τη διάρκεια της φάσης της διέγερσης, π.χ. η ηλικία, ένας καινούργιος ερωτικός σύντροφος, η πρωτόγνωρη κατάσταση, η συχνότητα της σεξουαλικής επαφής κ.ά.

Από επιδημιολογικές έρευνες προκύπτει ότι η πρώιμη εκσπερμάτιση είναι από τις πιο συχνές σεξουαλικές δυσλειτουργίες για την οποία οι άντρες ζητούν επαγγελματική βοήθεια, σε ποσοστό περίπου 30% - 40 %. Αντίθετα με την κοινή γνώμη, σύμφωνα με την οποία μόνο οι νεαροί άντρες υποφέρουν από τη συγκεκριμένη διαταραχή, η θεραπευτική πράξη δείχνει ότι αυτή μπορεί να παρουσιαστεί σε άντρες οποιασδήποτε ηλικίας. Βέβαια, εμφανίζεται συχνότερα σε νέους, ειδικά στις πρώτες τους ερωτικές επαφές, λόγω του άγχους που τους διακατέχει και της απειρίας τους στον έλεγχο της εκσπερμάτισης.

Η πρώιμη εκσπερμάτιση μπορεί να συνυπάρχει και με τη διαταραχή της στύσης καθώς και στις δύο διαταραχές σημαντικός ψυχολογικός παράγοντας αποτελεί το άγχους της απόδοσης.

Η πρόωρη εκσπερμάτιση μπορεί να οφείλεται σε οργανικά αίτια, όπως φλεγμονή του προστάτη, προβλήματα στο ουροποιητικό, τραυματισμοί του νωτιαίου μυελού, εκφυλιστικές νευρολογικές νόσοι όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας και άλλες.

Πολύ πιο συχνά όμως ευθύνονται ψυχολογικοί παράγοντες για τη δυσλειτουργία αυτή. Ο ψυχολογικός παράγοντος διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ο άντρας μπορεί να παρουσιάζει πρώιμη εκσπερμάτιση με κάποιες γυναίκες, ενώ με άλλες γυναίκες λειτουργεί ικανοποιητικά. Για την πρώιμη εκσπερμάτιση ενοχοποιούνται παράγοντες όπως:

  • Η υπερβολική ενασχόληση του άντρα με τη σεξουαλική του απόδοση: ο άντρας παρατηρεί επιλεκτικά τον εαυτό του, τη σεξουαλική του λειτουργικότητα καθώς και την επίδοσή του.
  • Η μειωμένη ικανότητά του να χαλαρώνει
  • Η μειωμένη ικανότητα να απολαμβάνει καταστάσεις και να αφεθεί σε αυτές
  • Ενοχές που ενδεχομένως έχει για την ερωτική πράξη
  • Προβλήματα επικοινωνίας και συγκρούσεις με τη σύντροφο
  • Φόβος εμφάνισης στυτικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης.
Ο πιο βασικός ψυχολογικός παράγοντας για την πρώιμη εκσπερμάτιση θεωρείται πως είναι η έλλειψη σεξουαλικής αισθητικής συνειδητότητας ή ενημερότητας. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει πλήρη επίγνωση όλων των πτυχών της ερωτικής του διέγερσης, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να τις ελέγχει. Πρόκειται για μια έλλειψη στην ικανότητά του να αντιλαμβάνεται σωματικά μηνύματα κατά την έναρξη της έντονης διέγερσής του ως τη στιγμή στην οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί η διαδικασία της εκσπερμάτισης, το λεγόμενο σημείο της «μη επιστροφής» (pointofnoreturn).

Αυτή η μειωμένη αντίληψη των ερωτικών του αισθήσεων μπορεί να οφείλεται:

  • Στη γενίκευση των πρώτων του ερωτικών επαφών στη μετέπειτα ζωή του. Οι πρώτες αυτές ερωτικές εμπειρίες ενδεχομένως λάμβαναν χώρα κάτω από πιεστικές συνθήκες - π.χ. γρήγορες επαφές με φόβο αποκάλυψης της ερωτικής επαφής από τους γονείς ή γρήγορος, κρυφός αυνανισμός λόγω ενοχών.
  • Στο έντονο άγχος για να ικανοποιήσει τη σύντροφό του. Κατά την πράξη η προσοχή του είναι αποκλειστικά στραμμένη στη σκέψη «αν τα καταφέρει» να ικανοποιήσει τη σύντροφό του, με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται και να μη συνειδητοποιεί τις δικές του ερωτικές αισθήσεις και βιώματα.

Διαταραχές σεξουαλικού πόνου

- Δυσπαρευνία

Η δυσπαρευνία είναι ο επανειλημμένος ή επίμονος πόνος στα γεννητικά όργανα είτε στον άντρα είτε στη γυναίκα πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη συνουσία. Παρατηρείται περισσότερο στις γυναίκες, ειδικά όταν βρίσκονται στην εμμηνόπαυση.

Γυναίκες που παρουσιάζουν δυσπαρευνία, χρειάζεται απαραιτήτως να απευθυνθούν στον γυναικολόγο τους για ιατρική εξέταση, διότι η δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται σε οργανικές αιτίες, όπως:

  • Κολπίτιδες
  • Ινομυώματα
  • Τοπικά τραύματα
  • Ανεπαρκής λίπανση
  • Χειρουργικές επεμβάσεις στα γεννητικά όργανα
  • Πρόσφατος τοκετός
  • Τραχηλίτιδες
  • Ενδομητρίωση

Ψυχολογικοί παράγοντες στους οποίους μπορεί να οφείλεται η δυσπαρευνία μπορεί να είναι:

  • Ανατροφή μέσα από την οποία δημιουργήθηκαν στο άτομο ενοχοποιητικές αντιλήψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα – η σεξουαλική πράξη προσεγγιζόταν ως κάτι «κακό» ή «βρόμικο»-, οι οποίες το εμποδίζουν να χαλαρώσει στην ερωτική πράξη και να την απολαύσει.
  • Τραυματικά βιώματα που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα, τα οποία έχουν εδραιώσει την πεποίθηση ότι η σεξουαλικότητα είναι κάτι επώδυνο.
  • Έμμεσος τρόπος αντίδρασης της γυναίκας για προβλήματα επικοινωνίας με τον σύντροφο ή έλλειψη κατανόησής του.
  • Έλλειψη αυτοπεποίθησης και μειωμένη εικόνα του εαυτού.

- Κολπικός σπασμός (κολεόσπασμος)

Κολεόσπασμος ονομάζεται ο επαναλαμβανόμενος ή επίμονος ακούσιος σπασμός των μυών του έξω τριτημορίου του κόλπου, που παρεμποδίζει τη συνουσία. Ο σπασμός δεν επιτρέπει συνήθως τη συνουσία ή ακόμα και τη γυναικολογική, κολπική εξέταση. Αν έχουν αποκλειστεί οργανικές αιτίες για τον κολεόσπασμο, μπορεί να οφείλονται ψυχολογικά αίτια, όπως τραυματικά σεξουαλικά βιώματα (π.χ. βιασμός), αυστηρή ανατροφή και σύγχυση όσον αφορά στο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Θεραπεία των σεξουαλικών διαταραχών

Όταν ένα άτομο παρουσιάζει μια σεξουαλική διαταραχή, θα πρέπει να υποβληθεί απαραιτήτως σε μια λεπτομερή ιατρική εξέταση που θα περιλαμβάνει τη λήψη του ιατρικού ιστορικού, τη φυσική εξέταση και αν κριθεί απαραίτητο και μια ουρολογική, γυναικολογική, νευρολογική ή και εργαστηριακή εξέταση, για τον αποκλεισμό οργανικών παραγόντων στους οποίους μπορεί να οφείλεται η δυσλειτουργία. Επίσης, ο ειδικός θα πρέπει να έχει υπόψη το ενδεχόμενο μιας ψυχοπαθολογίας, η οποία μπορεί να εμφανίζει ανάμεσα στα συμπτώματά της και δυσλειτουργίες στη σεξουαλικότητα του ατόμου, όπως π.χ. συμβαίνει και στην περίπτωση της μείζονος κατάθλιψης. Σε αυτή την περίπτωση, προηγείται η θεραπεία της διαταραχής αυτής.

Όταν ο ειδικός καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα αίτια της διαταραχής είναι ψυχολογικής φύσεως, τότε ο θεραπευτής μπορεί να προβεί στο σχεδιασμό της αντιμετώπισης της σεξουαλικής δυσλειτουργίας με διάφορες μεθόδους και τεχνικές, σε στενή συνεργασία με το άτομο ή ακόμα καλύτερα σε πολλές περιπτώσεις, με το ζευγάρι, ανεξαρτήτως σε ποιον εμφανίζεται η δυσλειτουργία, γιατί με αυτόν τον τρόπο, ο κάθε σύντροφος εξοικειώνεται τόσο με τις δικές του αισθήσεις και τα δικά του συναισθήματα, όσο και με αυτών του συντρόφου του. Αυτό θα έχει ως επιθυμητό αποτέλεσμα την καλύτερη κατανόηση του εαυτού και του άλλου και τη βελτίωση της σεξουαλικής, αλλά και της γενικής επικοινωνίας μεταξύ τους.

Γενικοί στόχοι στην αντιμετώπιση σεξουαλικών προβλημάτων από την οπτική γωνία της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής ψυχοθεραπείας είναι:

Συνειδητοποίηση και αναγνώριση και στη συνέχεια τροποποίηση διαστρεβλωμένων ή λανθασμένων αντιλήψεων γύρω από τη σεξουαλικότητα μέσα από την:
  • Πληροφόρηση για ανατομικές δομές και λειτουργίες σχετικά με τη σεξουαλικότητα
  • Ενημέρωση για τις φάσεις της σεξουαλικής διέγερσης στον άντρα και στη γυναίκα.
  • Απομυθοποίηση θεμάτων γύρω από τη σεξουαλικότητα.
Μείωση του άγχους απόδοσης με την εστίαση στην απόλαυση και στην τρυφερότητα.
  • Βελτίωση της επικοινωνίας του ζευγαριού με την:
  • Κατανόηση συναισθημάτων και εκμάθηση της κατάλληλης έκφρασής τους.
  • Εκμάθηση στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων με σκοπό την εύρεση εναλλακτικών λύσεων στη σχέση τους, τόσο στον σεξουαλικό τομέα όσο και γενικότερα στη σχέση τους.
  • Βελτίωση της λεκτικής και μη – λεκτικής του επικοινωνίας.

Σήμερα οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες θεραπεύονται με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας, κυρίως με τεχνικές που απορρέουν από τη σχολή της θεραπείας της συμπεριφοράς. Στη θεραπεία σεξουαλικών διαταραχών, ο θεραπευτής σχεδιάζει ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης σε στενή συνεργασία με τον θεραπευόμενο, με τρόπο και με ρυθμό που ταιριάζει στην προσωπικότητά του, στην ιδιοσυγκρασία του, στο πρόβλημά του και στις συνθήκες ζωής του. Το πρόγραμμα αυτό συμπεριλαμβάνει εξειδικευμένες τεχνικές και στρατηγικές μέσα από τις οποίες ο θεραπευόμενος μαθαίνει σταδιακά να παίρνει και να δίνει ευχαρίστηση, ανακαλύπτοντας το δικό του σώμα, τη δική του σεξουαλικότητα, τις αισθήσεις και τα συναισθήματά του αλλά και του συντρόφου του.

Παρακάτω ακολουθούν κάποιες ενδεικτικές τεχνικές για την αντιμετώπιση της πρόωρης εκσπερμάτισης, οι οποίες εισάγονται αφού έχουν αντιμετωπιστεί τυχόν βαθύτερες δυσκολίες στη σχέση του ζευγαριού και αφού έχουν προηγηθεί άλλες τεχνικές για τη βελτίωση της επικοινωνίας του ζευγαριού, την εξοικείωση με το σώμα τους καθώς και άλλες παρεμβάσεις που είναι απαραίτητες ή ωφέλιμες για την εκάστοτε περίπτωση.

Τεχνική «ξεκίνα – σταμάτα» (stopstart)

Η τεχνική αυτή μαθαίνει στον άντρα να ελέγχει το αντανακλαστικό της εκσπερμάτισης και είναι συνήθως μέρος ενός εξατομικευμένου, πολυδιάστατου προγράμματος. Σε αυτή την τεχνική, ο άντρας σε πρώτο στάδιο αποκτά σταδιακά τον έλεγχο της εκσπερμάτισής του μέσα από τον αυνανισμό. Θα φροντίσει για ένα ήρεμο περιβάλλον όπου αισθάνεται ασφάλεια και θα αυτοϊκανοποιείται, αρχικά με τη χρήση μιας φαντασίωσης έτσι ώστε να διεγερθεί. Στη συνέχεια μαθαίνει σταδιακά να διώχνει κάθε σκέψη, είτε θετική (φαντασίωση) είτε αρνητική (προβλήματα στη δουλειά) και να εστιάζει την προσοχή του στα αισθήματα του σώματός του και στις αλλαγές που συμβαίνουν. Όταν αισθάνεται ότι πλησιάζει η εκσπερμάτιση, δηλαδή το σημείο «μη επιστροφής» θα σταματήσει τον ερεθισμό και θα χαλαρώσει για λίγο και μετά συνεχίζει. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται τρεις φορές και την τέταρτη φορά αφήνεται ελεύθερος και εκσπερματίζει. Το δεύτερο στάδιο ξεκινά όταν ο άντρας νιώθει οικεία με αυτή την τεχνική, όταν αυνανίζεται, και έχει βιώσει ότι με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν η αναστολή της εκσπερμάτισης. Τότε η γυναίκα ερεθίζει με το χέρι της το πέος του συντρόφου της με ένα σχετικά γρήγορο ρυθμό, μέχρι που ο άντρας νιώθει ότι κοντεύει να εκσπερματίσει. Στο σημείο αυτό, θα πει στη σύντροφό του να σταματήσει αμέσως τον ερεθισμό, για να ξεκουραστεί για μισό λεπτό περίπου. Στη συνέχεια μπορεί να επαναλάβει τον ερεθισμό μέχρι την επόμενη φορά που θα νιώσει ότι θα εκσπερματίσει, οπότε διακόπτει και πάλι για μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή η διαδικασία του «ξεκίνα – σταμάτα» επαναλαμβάνεται ώσπου να καλυφθούν περίπου 15 λεπτά χωρίς να έχει εκσπερμάτιση ο άντρας και στη συνέχεια το ζευγάρι προβαίνει - με τη διείσδυση του πέους στον κόλπο της γυναίκας – στην ολοκλήρωση της ερωτικής πράξης.

Τεχνική της συμπίεσης (“squeezetechnique”)

Η τεχνική της συμπίεσης έχει επίσης ως στόχο τον έλεγχο του αντανακλαστικού της εκσπερμάτισης. Ο άντρας σε αυτή την τεχνική ερεθίζεται και όταν νιώσει ότι κοντεύει να εκσπερματίσει, δε σταματά τη διέγερση, όπως στην προηγούμενη τεχνική του «ξεκίνα – σταμάτα», αλλά η σύντροφός του συμπιέζει ή σφίγγει τη βάλανο με το χέρι της τόσο έντονα ώστε η στύση να χάνεται κατά ένα μέρος, με αποτέλεσμα να σταματήσει η διαδικασία της εκσπερμάτισης. Ο άντρας που έχει πλήρη στύση, δε θα πονέσει – απλά χαλαρώνει για μισό λεπτό περίπου και στη συνέχεια θα επαναληφθεί αυτή η διαδικασία για τέσσερις φορές. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ο άντρας πρέπει να επικεντρώνεται εντελώς στον εαυτό του και στα δικά του αισθήματα και δε θα πρέπει να αναρωτιέται πώς αισθάνεται η σύντροφός του, διότι αυτό θα εμποδίζει τη συγκέντρωση στα δικά του αισθήματα και την ηδονή.