1
2
3
4

Ερυθροφοβία

erythrofobia textΤι είναι η «Ερυθροφοβία» και πώς αντιμετωπίζεται;

Η Ερυθροφοβία (erythrofobia, fearofblushing) είναι ο παθολογικός φόβος ενός ατόμου να κοκκινίσει σε κοινωνικές καταστάσεις με σημαντικές εκπτώσεις στη λειτουργικότητά του καθώς και στην συναισθηματική του κατάσταση. Η Ερυθροφοβία είναι μια σιωπηλή φοβία. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από αυτήν προτιμούν να μη μιλήσουν για τη φοβία τους, έτσι ώστε να μην εκτίθενται, για να μη ρισκάρουν να κοκκινίσουν.

Γιατί φοβάται το άτομο το κοκκίνισμα;

Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι το κοκκίνισμα ενός ανθρώπου ερμηνεύεται από αυτούς που το παρατηρούν, μεταξύ άλλων, ανάλογα με την προσωπικότητα και το φύλο του παρατηρητή, με την προσωπικότητα του ατόμου που κοκκινίζει καθώς και με την εκάστοτε κοινωνική περίσταση που αυτό εμφανίζεται. Έτσι π.χ. μπορεί να ερμηνεύεται το κοκκίνισμα ως ένδειξη καλοσύνης και αγαθών προθέσεων και σε μια γυναίκα ακόμα και ως χαρακτηριστικό γοητείας. Από την άλλη πλευρά βέβαια, το κοκκίνισμα ερμηνεύεται και ως ένδειξη ντροπής, μειωμένης αυτοπεποίθησης και αδυναμίας του ατόμου, γεγονός που είναι αντίθετο με το κοινωνικό πρότυπο του πετυχημένου ανθρώπου στην κοινωνία μας.

Γενικότερα, τo κοκκίνισμα του προσώπου κάνει να νιώθει κανείς άβολα, διότι αποκαλύπτει τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι επιθυμεί. Όταν κάποιος εμφανίζει συχνά αυτό το σύμπτωμα, νιώθει ότι κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να αποκαλυφθούν οι πιο προσωπικές του σκέψεις και οι πιο μεγάλες του ευαισθησίες. Φοβάται εκείνη τη στιγμή να γίνει, άθελά του, το αρνητικό κέντρο της προσοχής του περιβάλλοντος. Φοβάται την κοροϊδία, την ειρωνεία ή, ακόμα χειρότερα, τη λύπηση ή και την αμηχανία των άλλων, φέρνοντας το άτομο αυτό σε δύσκολη θέση, κάνοντας το να νιώθει μη φυσιολογικό.

Λόγω της αδυναμίας του ατόμου να κρύψει το κοκκίνισμα, το οποίο αναμένει και φοβάται σε συγκεκριμένες καταστάσεις ή και σε όλες τις κοινωνικές του συναναστροφές, εγκαθίσταται η Ερυθροφοβία ως ψυχολογική διαταραχή, η οποία οδηγεί το άτομο στον περιορισμό των κοινωνικών του εμφανίσεων ή καταστάσεων στις οποίες αναμένει να κοκκινίσει, όπως:

  • αποφεύγει καταστάσεις στο χώρο εργασίας που εκτίθεται (π.χ. να κάνει παρουσιάσεις, να μιλήσει με τον προϊστάμενο του)
  • αποφεύγει να απευθύνει το λόγο σε κάποιον άλλο
  • αποφεύγει να μιλήσει μέσα σε μια παρέα
  • αποφεύγει να πει τη γνώμη του
  • αποφεύγει να κάνει δραστηριότητες οι οποίες τραβούν την προσοχή των άλλων
  • αποφεύγει να βρίσκεται μαζί με άλλα άτομα.

Αυτή η συμπεριφορά αποφυγής ποικίλων κοινωνικών περιστάσεων, έχει ως αποτέλεσμα την ανικανότητα του πάσχοντος να παρουσιάσει τον εαυτό του προσωπικά και κοινωνικά με τον τρόπο που θέλει και που τον αντιπροσωπεύει. Αυτό το γεγονός μπορεί να οδηγήσει πολύ εύκολα στην κοινωνική απομόνωση, να καταλήξει σε κοινωνική φοβία ή και σε γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.

Πώς εκδηλώνεται η Ερυθροφοβία;

Άτομα που πάσχουν από Ερυθροφοβία, περιγράφουν ότι η διαδικασία του κοκκινίσματος ξεκινά με ένα αόριστο, δυσάρεστο αίσθημα στην περιοχή της κοιλιάς, το οποίο «ανεβαίνει» μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων προς το κεφάλι και εκδηλώνεται είτε με ένα γρήγορο κοκκίνισμα σε όλο το πρόσωπο (“blushing”) ή μέρος αυτού (π.χ. τα αυτιά) είτε με ένα σταδιακό κοκκίνισμα (“flushing”).

Παράλληλα το άτομο βιώνει δυσάρεστα συμπτώματα άγχους σε όλα τα επίπεδα σώματος – νου:

  • Σωματικά συμπτώματα: ταχυκαρδία, δύσπνοια, αυξημένη αρτηριακή πίεση, «βάρος» και πόνο στο στήθος
  • Ψυχολογικά συμπτώματα : αισθήματα ντροπής, απόγνωσης και απελπισίας
  • Συμπτώματα στο γνωστικό τομέα: καταστροφοποίηση, δυσκολίες συγκέντρωσης, δυσκολίες μάθησης, μείωση αποδοτικότητας
  • Συμπτώματα στο επίπεδο της συμπεριφοράς: αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων, αποφυγή έκθεσης σε κοινό.

Πού οφείλεται το κοκκίνισμα;

Σε κάποιο βαθμό, όλοι μας κοκκινίζουμε σε κάποιες περιπτώσεις ή συναισθηματικές καταστάσεις: όταν γελάμε, όταν θυμώνουμε, όταν αποκαλύπτεται ένα ψέμα μας, όταν ντρεπόμαστε κ.τ.λ. Μόνο όμως σε περίπτωση που το πρόβλημα επιμένει χρονικά και επηρεάζει σοβαρά τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και την κοινωνική του λειτουργικότητα στοιχειοθετείται η ψυχολογική διαταραχή της «Ερυθροφοβίας».

Το κοκκίνισμα του προσώπου οφείλεται σε υπερδιέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και εξαρτάται και από τον τύπο του δέρματος.

Πολλές φορές το άτομο που πάσχει από Ερυθροφοβία θυμάται την πρώτη φορά που εμφανίστηκε το σύμπτωμα του κοκκινίσματος - πολλές φορές έγινε αυτό κατά τα χρόνια της εφηβείας – συνήθως σε μια κατάσταση που ντροπιάστηκε. Τότε ένιωσε για πρώτη φορά ότι ήταν ανίκανο να ελέγξει τις σωματικές του αντιδράσεις, οι οποίες ήταν εμφανείς στους γύρω του και έκτοτε ζούσε με το φόβο ότι θα ξανα-αντιμετωπίσει αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση αβοήθητος, εκτεθειμένος χωρίς καμία απολύτως προστασία.

Πώς αντιμετωπίζεται η Ερυθροφοβία;

Η πρώτη κίνηση ενός ατόμου που παρουσιάζει συχνό κοκκίνισμα θα πρέπει να είναι η επίσκεψη στον παθολόγο του για την εντόπιση και ιατρική αντιμετώπιση τυχόν οργανικών αιτιών, ιδιαίτερα εάν στο κοκκίνισμα προστίθεται η αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, η εφίδρωση, οι ταχυπαλμίες και η δυσκολία στην αναπνοή.

Ψυχοθεραπευτικά, η Ερυθροφοβία αντιμετωπίζεται σε ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα, από ειδικευμένο ψυχολόγο σε όλα τα επίπεδα που εκδηλώνεται η φοβία: στο σωματικό, στο συναισθηματικό, στο γνωστικό και στο επίπεδο της συμπεριφοράς.

Μέσα από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία ο πάσχων μεταξύ άλλων:

  • Οδηγείται σταδιακά στην καλύτερη κατανόηση της φοβίας και του κοκκινίσματος για τον καλύτερο έλεγχο ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
  • Εκπαιδεύεται στον καλύτερο έλεγχο σωματικών αντιδράσεων με ασκήσεις αναπνοής και αποτελεσματικές τεχνικές σωματικής και ψυχικής χαλάρωσης.
  • Με καθοδήγηση από τον θεραπευτή, μέσα από τη μέθοδο της συστηματικής απευαισθητοποίησης, εκτίθεται στη φαντασία του σταδιακά  σε καταστάσεις που φοβάται. Ξεκινώντας από την πιο «εύκολη» κατάσταση εκπαιδεύεται να αναστέλλει την ανησυχία και το άγχος που προκαλείται από αυτή την κατάσταση μέσω της εφαρμογής τεχνικών χαλάρωσης. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στην «αντικατάσταση» (counterconditioning) του φόβου με την χαλάρωση όταν το άτομο βρίσκεται πραγματικά στην ίδια κατάσταση.
  • Επίσης μαθαίνει να ερμηνεύει κοινωνικές καταστάσεις πιο αντικειμενικά και να αντικαθιστά την «καταστροφοποίηση» που κάνει στη σκέψη του -σχετικά με το πώς τον βλέπουν οι άλλοι και πώς θα αντιδράσει σε μια κατάσταση που φοβάται- με πιο ρεαλιστικές και λειτουργικές εκτιμήσεις.